Κύμα αντιρατσιστικών κινητοποιήσεων σαρώνει τη Γαλλία μετά τη δολοφονία 26χρονου στο Τραπ, σε επίθεση που διερευνά η αντιτρομοκρατική εισαγγελία.
Συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και εκδηλώσεις μνήμης πραγματοποιούνται σε πολλές γαλλικές πόλεις μετά τον θάνατο του Πένγκο Μπόσιο Γουάνγκι, ο οποίος έπεσε νεκρός την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όταν ένοπλος άνοιξε πυρ εναντίον περαστικών στην περιοχή του Τραπ, δυτικά του Παρισιού.
Ύποπτος για την επίθεση είναι ο Κεβίν Τ., Γάλλος υπήκοος, ο οποίος φέρεται να πραγματοποίησε μια διαδρομή περίπου 12 χιλιομέτρων, πυροβολώντας με αυτόματο όπλο ανθρώπους αφρικανικής ή βορειοαφρικανικής καταγωγής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο δράστης πυροβόλησε 128 φορές σε διαφορετικά σημεία του Τραπ και της γειτονικής Λα Βεριέρ, προκαλώντας τον θάνατο του 26χρονου και τον τραυματισμό αρκετών ακόμη ανθρώπων, μεταξύ των οποίων ένα κορίτσι. Οι δημοσιογραφικές αναφορές για τον συνολικό αριθμό των τραυματιών κυμαίνονται από πέντε έως επτά.
Στην αντιτρομοκρατική εισαγγελία η υπόθεση
Η επίθεση τερματίστηκε με τη σύλληψη του υπόπτου από την αστυνομία, ενώ οι έρευνες επικεντρώνονται στα κίνητρα και στις συνθήκες της ένοπλης δράσης του.
Ο Κεβίν Τ. υποβλήθηκε αρχικά σε ψυχιατρική αξιολόγηση, με αποτέλεσμα την προσωρινή αναστολή της κράτησής του για ανάκριση. Ωστόσο, τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου, οι αρμόδιες αρχές έκριναν ότι μπορούσε να εξεταστεί εκ νέου και η διαδικασία συνεχίστηκε.
Ο επικεφαλής της Εθνικής Αντιτρομοκρατικής Εισαγγελίας της Γαλλίας, Ολιβιέ Κριστέν, γνωστοποίησε ότι ο ύποπτος αρνείται πως ενήργησε με ρατσιστικά κίνητρα, παρότι η έρευνα εξετάζει την ενδεχόμενη σύνδεση της επίθεσης με φυλετικό ή θρησκευτικό μίσος.
Συγκεντρώσεις μνήμης στο Τραπ και στο Παρίσι
Στο Τραπ, η οικογένεια του Πένγκο Μπόσιο Γουάνγκι δέχεται συλλυπητήρια από συγγενείς και φίλους, ενώ η δολοφονία του έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία.
Ο δήμαρχος της πόλης υποστήριξε ότι η γαλλική κοινωνία στο σύνολό της «έχει καταθέσει τα όπλα απέναντι στον ρατσισμό», αναδεικνύοντας την ανάγκη ουσιαστικής αντιμετώπισης του φαινομένου.
Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, σε παρέμβασή του το βράδυ της Παρασκευής, χαρακτήρισε την επίθεση «σημείο καμπής στη ζωή του έθνους μας».
Την επομένη, Σάββατο 24 Οκτωβρίου, εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Τραπ για να τιμήσουν τη μνήμη του νεαρού άνδρα και να εκφράσουν την αντίθεσή τους στη ρατσιστική βία.
Την Κυριακή ακολούθησε σιωπηλή πορεία στο Ομπερβιγιέ, στην περιοχή Σεν-Σεν-Ντενί, όπου ο 26χρονος προπονούνταν στις πολεμικές τέχνες.
Άνθρωποι που τον γνώριζαν από τις προπονήσεις εξέφρασαν την οργή τους για τη δολοφονία, με ορισμένους να δηλώνουν, σύμφωνα με γαλλικά μέσα ενημέρωσης, ότι στο εξής «θα καταδιώκουν τους ρατσιστές όπου κι αν βρίσκονται».
Καταγγελίες για «κανονικοποίηση του ρατσιστικού μίσους»
Οι κινητοποιήσεις επεκτάθηκαν τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου σε ολόκληρη τη Γαλλία, με τους συμμετέχοντες να καταγγέλλουν την «κανονικοποίηση του ρατσιστικού μίσους» στον δημόσιο διάλογο.
Στο Παρίσι πραγματοποιήθηκαν δύο συγκεντρώσεις, με πρωτοβουλία οργανώσεων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη συμμετοχή εργατικών συνδικάτων και πολιτικών σχηματισμών.
Σε ορισμένες από τις διαδηλώσεις διατυπώθηκαν προτάσεις για τη συγκρότηση «επιτροπών αυτοάμυνας» και «αντιφασιστικών επιτροπών αντίστασης», στο πλαίσιο ενός ευρύτερου, ριζοσπαστικού κινήματος με κοινωνική αναφορά στις εργατικές συνοικίες.
Οι συμμετέχοντες στρέφουν την κριτική τους εναντίον ακροδεξιών κομμάτων, δημόσιων προσώπων και μέσων ενημέρωσης, τα οποία κατηγορούν ότι συμβάλλουν συστηματικά στη διαμόρφωση εχθρικού κλίματος απέναντι στους μουσουλμάνους Γάλλους.
Οι οργανώσεις που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις ζητούν την πλήρη διερεύνηση της επίθεσης και την απόδοση ευθυνών, επισημαίνοντας ότι η αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας προϋποθέτει και την καταπολέμηση των διακρίσεων που, όπως υποστηρίζουν, έχουν εδραιωθεί στον δημόσιο βίο.