Ντόναλντ Τραμπ και Αλέξης Τσίπρας εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά στη διαχείριση της ήττας, αποφεύγοντας την αυτοκριτική και μεταφέροντας τις ευθύνες στα στελέχη τους.
Η εκλογική ήττα, η πολιτική ευθύνη, η απουσία αυτοκριτικής και η μετακύλιση των ευθυνών στους συνεργάτες αποκαλύπτουν μια κοινή πολιτική συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ, στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ και του Αλέξη Τσίπρα με τη συντριπτική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το 2023. Δύο ηγετικές φυσιογνωμίες με διαφορετική ιδεολογική αφετηρία, αλλά με κοινό χαρακτηριστικό τον προσωποκεντρικό τρόπο άσκησης πολιτικής και την αδυναμία να αποδεχθούν ότι η εκλογική αποτυχία μπορεί να αποτελεί πρωτίστως αποδοκιμασία των δικών τους επιλογών.
Από την Ουάσιγκτον μέχρι την Αθήνα, η πολιτική ιστορία αποδεικνύει ότι η μεγαλύτερη δοκιμασία για έναν ηγέτη δεν είναι να διεκδικεί την επιτυχία, αλλά να αναλαμβάνει το κόστος της αποτυχίας. Γιατί όταν η νίκη έχει έναν πρωταγωνιστή και η ήττα πολλούς ενόχους, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται απλώς στην εκλογική στρατηγική, αλλά στην ίδια την αντίληψη περί ηγεσίας. Και αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό κοινό σημείο Τραμπ και Τσίπρα.
Όταν η ήττα έχει πάντα άλλους ενόχους και ο αρχηγός μένει στο απυρόβλητο
Στην πολιτική, η ήττα είναι ίσως η πιο δύσκολη δοκιμασία για έναν ηγέτη. Όχι μόνο επειδή αποτυπώνει την απώλεια της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων, αλλά κυρίως επειδή απαιτεί κάτι που δεν βρίσκεται πάντοτε στο πολιτικό DNA όσων έχουν συνηθίσει να βρίσκονται στο επίκεντρο: αυτοκριτική, αναγνώριση λαθών και ανάληψη ευθύνης. Είναι, άλλωστε, πολύ πιο εύκολο να αναζητά κανείς τις αιτίες της αποτυχίας στους συνεργάτες, στους υποψηφίους και στα στελέχη του, παρά να κοιτάξει στον καθρέφτη. Και κάπου εκεί, δύο πολιτικοί από εντελώς διαφορετικούς κόσμους, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Αλέξης Τσίπρας, εμφανίζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα: την τάση να διατηρούν τον εαυτό τους στο απυρόβλητο, ακόμη και όταν η εκλογική ετυμηγορία θέτει ευθέως υπό αμφισβήτηση τις δικές τους επιλογές και την προσωπική τους πολιτική στρατηγική.
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πολιτική ομοιότητα ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Αλέξη Τσίπρα, η οποία αναδεικνύεται με ιδιαίτερη ένταση κάθε φορά που η κάλπη δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες τους. Παρά τις τεράστιες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές τους, οι δύο άνδρες φαίνεται να συναντώνται σε ένα κοινό σημείο: στη δυσκολία να αντιμετωπίσουν την εκλογική ήττα ως προσωπικό πολιτικό μήνυμα. Ο Τραμπ, μετά τη συντριβή των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, έσπευσε να εξηγήσει ότι εάν ο ίδιος βρισκόταν στο ψηφοδέλτιο, το κόμμα του θα είχε κερδίσει πανηγυρικά. Ο Τσίπρας, μετά τις διαδοχικές εκλογικές ήττες του 2023, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια αντίστοιχη πολιτική αμηχανία: την ανάγκη να διαχειριστεί ένα αποτέλεσμα που αμφισβητούσε όχι μόνο την εκλογική απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τη δική του πολιτική ηγεμονία.
Στην περίπτωση του Αμερικανού προέδρου, η εικόνα είναι σχεδόν αποκαλυπτική. Ο άνθρωπος που προσωποποίησε την προεκλογική εκστρατεία των Ρεπουμπλικανών, ζητώντας από τους ψηφοφόρους να τον έχουν στο μυαλό τους όταν θα προσέρχονταν στις κάλπες, μετά την ήττα θυμήθηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν υποψήφιος. Έτσι, η ευθύνη μετακινήθηκε από την πολιτική του, τις επιλογές του και την προσωπική του στρατηγική προς τους υποψηφίους που δεν κατάφεραν να εκλεγούν. Με άλλα λόγια, όταν υπήρχε προοπτική νίκης, ο Τραμπ ήθελε να είναι το πρόσωπο της επιτυχίας. Όταν ήρθε η συντριβή, οι ηττημένοι υποψήφιοι βρέθηκαν να σηκώνουν το βάρος της αποτυχίας. Μια βολική εναλλαγή ρόλων, με τον αρχηγό να διεκδικεί την επιτυχία και να αποποιείται την ευθύνη της αποτυχίας.
Στην ελληνική περίπτωση, η διαχείριση της ήττας είχε μια πιο σύνθετη, αλλά εξίσου αποκαλυπτική διάσταση. Ο Τσίπρας δήλωσε ότι η ευθύνη ήταν πρωτίστως δική του, ωστόσο η πολιτική αποτίμηση που ακολούθησε έστρεψε σημαντικό μέρος της συζήτησης στις αστοχίες των στελεχών, στις δημόσιες τοποθετήσεις τους και στην εικόνα που εξέπεμπε ο κομματικός μηχανισμός. Μάλιστα, η ουσιαστική εσωκομματική συζήτηση για τα αίτια της ήττας μετατέθηκε για μετά τη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση. Έτσι, η ανάληψη της ευθύνης υπήρξε περισσότερο μια ηγετική διακήρυξη παρά μια ολοκληρωμένη διαδικασία αυτοκριτικής. Ο αρχηγός αναγνώριζε το πρόβλημα, αλλά οι εξηγήσεις για το πώς φτάσαμε σε αυτό περνούσαν σε μεγάλο βαθμό μέσα από τα λάθη των άλλων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βαθύτερη ομοιότητα των δύο ανδρών. Και οι δύο αντιμετωπίζουν την πολιτική παράταξη σαν προέκταση της προσωπικής τους πολιτικής παρουσίας, με αποτέλεσμα η εκλογική επιτυχία να πιστώνεται στην ηγετική τους φυσιογνωμία, ενώ η αποτυχία να αναζητά ενόχους στην περιφέρεια της ηγεσίας. Ο Τραμπ εμφανίζεται ως ο αναντικατάστατος πρωταγωνιστής που, εάν βρισκόταν ο ίδιος στην κάλπη, θα είχε εξασφαλίσει τον θρίαμβο. Ο Τσίπρας, από την πλευρά του, διατήρησε για μεγάλο διάστημα την εικόνα του κεντρικού και αναντικατάστατου εκφραστή του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και όταν το εκλογικό αποτέλεσμα έδειχνε ότι η προσωπική του πολιτική στρατηγική είχε εξαντλήσει τα όριά της. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η συλλογική αποτυχία δυσκολεύεται να μετατραπεί σε προσωπικό πολιτικό λογαριασμό.
Το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι ότι δύο τόσο διαφορετικοί πολιτικοί χρησιμοποιούν παρόμοιες δικαιολογίες. Είναι ότι αποκαλύπτουν την ίδια αντίληψη περί εξουσίας: την πεποίθηση ότι η παράταξη μπορεί να κερδίζει χάρη στον αρχηγό, αλλά δεν δικαιούται να τον χρεώνει όταν χάνει. Οι συνεργάτες, οι υποψήφιοι, τα στελέχη και οι κομματικοί μηχανισμοί γίνονται οι πρώτοι αποδέκτες της κριτικής, ενώ ο επικεφαλής διατηρεί τον ρόλο του κεντρικού πρωταγωνιστή, εκείνου που δικαιούται να αξιολογεί τους πάντες χωρίς να υπόκειται στον ίδιο βαθμό στην αξιολόγηση των ψηφοφόρων. Μόνο που η κάλπη δεν λειτουργεί με όρους προσωπικής προστασίας ούτε αναγνωρίζει αλάθητους ηγέτες. Και όσο περισσότερο ένας πολιτικός επιμένει να βλέπει την ήττα ως πρόβλημα των γύρω του, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την πραγματική αιτία της: τη δική του πολιτική ευθύνη.