Στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές στρέφεται ο βρετανικός Τύπος, αναδεικνύοντας τη φθορά του Ντόναλντ Τραμπ και την αβεβαιότητα για το πολιτικό του μέλλον.

Με εκτενή δημοσιεύματα, αναλύσεις και συνεχή ενημέρωση, οι Financial Times, ο Guardian και το BBC παρακολουθούν την εκλογική αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου, την οποία παρουσιάζουν ως καθοριστική δοκιμασία για τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.

Στο επίκεντρο της βρετανικής δημοσιογραφικής κάλυψης βρίσκονται η υποχώρηση της δημοτικότητας του Αμερικανού προέδρου, η δυσαρέσκεια για το κόστος διαβίωσης και οι πιθανές συνέπειες μιας εκλογικής ήττας των Ρεπουμπλικανών, τόσο για την εσωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και για τις διεθνείς αγορές.

Financial Times: Η «αυτοκρατορική προεδρία» αντιμέτωπη με τους ψηφοφόρους

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η ανάλυση των Financial Times, που περιγράφει την αναμέτρηση ως σύγκρουση ανάμεσα στις μεγάλες πολιτικές φιλοδοξίες του Τραμπ και στην αυξανόμενη επιφυλακτικότητα της αμερικανικής κοινωνίας.

Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα, το όραμα του 80χρονου Αμερικανού προέδρου για μια «χρυσή εποχή αυτοκρατορικής προεδρίας», με ενισχυμένη αμερικανική επιρροή σε ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο, προσκρούει πλέον στη δυσαρέσκεια ενός εκλογικού σώματος που αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές πιέσεις.

Οι υπερβολικές, κατά τους επικριτές του, επιδείξεις προεδρικής ισχύος και οι πρωτοβουλίες προσωπικής προβολής φαίνεται να απέχουν από τις καθημερινές προτεραιότητες εκατομμυρίων Αμερικανών, οι οποίοι ανησυχούν περισσότερο για την αγοραστική τους δύναμη.

Το δημοσκοπικό περιβάλλον αποτυπώνει αυτή τη διάσταση. Σύμφωνα με έρευνα των Financial Times και της Focaldata, σχεδόν επτά στους δέκα Αμερικανούς ψηφοφόρους αποδοκιμάζουν τους χειρισμούς του Τραμπ για τον πληθωρισμό και το κόστος διαβίωσης, ενώ η συνολική δημοτικότητά του κινείται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.

Το κόστος ζωής και ο πόλεμος στο Ιράν επιβαρύνουν τον Τραμπ

Οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά μια κρίσιμη πολιτική δοκιμασία για τον εκάστοτε πρόεδρο των ΗΠΑ, καθώς οι ψηφοφόροι έχουν τη δυνατότητα να αναδιαμορφώσουν τους συσχετισμούς δυνάμεων στο Κογκρέσο.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο, η φετινή αναμέτρηση πραγματοποιείται σε ένα ιδιαίτερα δυσμενές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.

Η άνοδος των τιμών των καυσίμων, με ιδιαίτερη επιβάρυνση στο ντίζελ, οι αυξημένες δαπάνες διαβίωσης και οι πληθωριστικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν ενισχύουν τη δυσαρέσκεια απέναντι στον Λευκό Οίκο.

Μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων αποδίδει στον Αμερικανό πρόεδρο ευθύνη για την οικονομική κατάσταση, ενώ οι εμπορικές του πολιτικές και η διεθνής αβεβαιότητα επιβαρύνουν περαιτέρω το πολιτικό κλίμα.

Η τελευταία δημοσκόπηση των Financial Times καταγράφει έντονη αποδοκιμασία για την κυβερνητική διαχείριση της ακρίβειας, αναδεικνύοντας την οικονομία ως βασικό κριτήριο της εκλογικής συμπεριφοράς.

Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί στη μάχη για το Κογκρέσο

Οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν πριν από την κάλπη εμφανίζουν τους Δημοκρατικούς σε πλεονεκτική θέση για την ανάκτηση του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων, χωρίς ωστόσο να προδικάζουν την τελική κατανομή των εδρών.

Περισσότερο αμφίρροπη παραμένει η αναμέτρηση για τη Γερουσία, όπου η γεωγραφική κατανομή των εκλογικών αναμετρήσεων καθιστά δυσκολότερη την ανατροπή των υφιστάμενων συσχετισμών.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο Τέξας, μια πολιτεία που επί δεκαετίες αποτελεί ισχυρό προπύργιο των Ρεπουμπλικανών.

Εκεί, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο διεκδικεί την έδρα της Γερουσίας απέναντι στον Ρεπουμπλικανό Κεν Πάξτον, με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να καταγράφουν μια ανταγωνιστική αναμέτρηση και αρκετές να εμφανίζουν τον Δημοκρατικό υποψήφιο να προηγείται.

Το ενδεχόμενο μιας δημοκρατικής νίκης στο Τέξας αντιμετωπίζεται από αναλυτές ως χαρακτηριστική ένδειξη της πολιτικής φθοράς των Ρεπουμπλικανών. Η πραγματοποίησή του, ωστόσο, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.

Γιατί το Λονδίνο παρακολουθεί με ανησυχία τις εκλογές

Για τη Βρετανία, το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών έχει ιδιαίτερη διπλωματική και οικονομική σημασία, λόγω της στενής στρατηγικής σχέσης ανάμεσα στις δύο χώρες.

Παρά τις αποκλίσεις που έχουν ανακύψει στην εμπορική και εξωτερική πολιτική, το Λονδίνο έχει επιδιώξει να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις με την κυβέρνηση Τραμπ, αποφεύγοντας κινήσεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν τη διατλαντική συνεργασία.

Η κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ παρακολουθεί τις εξελίξεις γνωρίζοντας ότι μια ενδεχόμενη ενίσχυση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο θα μπορούσε να επηρεάσει τις ισορροπίες της αμερικανικής πολιτικής και, κατ' επέκταση, τις σχέσεις με τη βρετανική πλευρά.

Οι Δημοκρατικοί αντιμετωπίζονται γενικότερα ως περισσότερο προβλέψιμοι συνομιλητές σε ζητήματα διεθνούς εμπορίου και πολυμερούς συνεργασίας. Ωστόσο, η σύνθεση του Κογκρέσου δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής του Λευκού Οίκου, γεγονός που επιβάλλει επιφυλακτικότητα στις βρετανικές εκτιμήσεις.

Ο φόβος νέων αναταράξεων στις αγορές

Παράλληλα με τις πολιτικές εξελίξεις, ο βρετανικός Τύπος αναδεικνύει τους κινδύνους που ενδέχεται να δημιουργήσει το εκλογικό αποτέλεσμα για τη διεθνή οικονομία.

Σύμφωνα με αναλύσεις του Bloomberg, οι επενδυτές προετοιμάζονται για αυξημένη μεταβλητότητα, καθώς η εκλογική αβεβαιότητα συμπίπτει με τις ανησυχίες για τη Μέση Ανατολή και τις πιέσεις που δέχονται οι χρηματοπιστωτικές αγορές.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το ενδεχόμενο ο Τραμπ, εφόσον οι Ρεπουμπλικανοί υποστούν σημαντικές απώλειες, να επιλέξει πιο επιθετικές πολιτικές κινήσεις, επιδιώκοντας να ανακτήσει την πρωτοβουλία των εξελίξεων.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να εντείνει την αβεβαιότητα γύρω από τη σύγκρουση με το Ιράν, με συνέπειες στις τιμές της ενέργειας, στις επενδύσεις και στην πορεία του πληθωρισμού.

Οι διεθνείς οικονομικές πιέσεις επηρεάζουν ήδη και τη Βρετανία, όπου η Τράπεζα της Αγγλίας αναμένεται να εξετάσει την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου νέα αύξηση των επιτοκίων, με στόχο τον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων.

Η επόμενη ημέρα για την αμερικανική πολιτική

Η εκλογική αναμέτρηση αναμένεται να καθορίσει τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών του Ντόναλντ Τραμπ κατά τα δύο εναπομείναντα χρόνια της θητείας του.

Ενδεχόμενη απώλεια της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας σε ένα ή και στα δύο σώματα του Κογκρέσου θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικά εμπόδια στη νομοθετική ατζέντα της κυβέρνησης, αυξάνοντας παράλληλα την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον.

Την ίδια στιγμή, οι Δημοκρατικοί, παρά το δημοσκοπικό τους πλεονέκτημα, αντιμετωπίζουν ερωτήματα σχετικά με την πολιτική τους συνοχή και την ικανότητά τους να διαμορφώσουν μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Η πιθανή αποδυνάμωση των Ρεπουμπλικανών και η αβεβαιότητα για τις δυνατότητες της αντιπολίτευσης δημιουργούν ένα σύνθετο πολιτικό τοπίο, με συνέπειες που εκτείνονται πέρα από τα αμερικανικά σύνορα.

Για τον βρετανικό Τύπο, το καθοριστικό διακύβευμα της 3ης Νοεμβρίου είναι κατά πόσον η κάλπη θα περιορίσει την πολιτική ισχύ ενός προέδρου που έχει επιχειρήσει να διευρύνει τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας, την ώρα που η αμερικανική κοινωνία εμφανίζεται ολοένα περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στις επιλογές του.