Chartwell, 1947. Στο ημιυπόγειο αρχειοφυλάκιο της εξοχικής κατοικίας του Ουίνστον Τσόρτσιλ, μια δεκαοκτάχρονη κοπέλα, χωρίς την παραμικρή αρχειονομική κατάρτιση, βάζει σε τάξη τα χαρτιά του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, για τις ανάγκες των απομνημονευμάτων που κυοφορούνται. Από τον χαμηλό φεγγίτη, που βρίσκεται σχεδόν στο επίπεδο του εδάφους, τα πρόσωπα των επισκεπτών δεν διακρίνονται. Τους επιφανείς επισκέπτες τούς αναγνωρίζει από τις κάλτσες τους· τον Anthony Eden, λόγου χάρη, από τις ροζ.
Στα χαρτιά ονομάζεται Cecily Gemmell· αλλά όλοι την αποκαλούν Chips. Γεννήθηκε ανήμερα των Χριστουγέννων του 1928 στη Bangalore, θυγατέρα ενός αξιωματικού τοπογράφου του στρατού των Ινδιών.
Κληρονόμησε το όνομα και το παρωνύμιο ενός θείου της, που σκοτώθηκε στη Γαλλία, στα στερνά του Μεγάλου Πολέμου. Τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο τον έζησε σε μια εσχατιά της αυτοκρατορίας. Για τη θέση στο Chartwell την επέλεξαν, όπως συνήθιζε να αφηγείται, επειδή, ανάμεσα στις τρεις υποψήφιες, έδειχνε η πιο ανθεκτική στις κακουχίες. Στις 8 Οκτωβρίου 2026 πέθανε στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία ενενήντα επτά ετών. Ήταν η τελευταία μιας μακράς διαδοχής προσωπικών γραμματέων του Τσόρτσιλ, που ανάγεται στο 1902· γυναίκες όλες, με μία και μοναδική εξαίρεση.
Μου αρέσει να φαντάζομαι την ιστορία από εκείνη την οπτική γωνία, στο ύψος του φεγγίτη. Η αγιογραφία και η εικονοκλασία του μεγάλου ανδρός μοιάζουν άσπονδες αντίπαλες, μα στέκονται στο ίδιο ακριβώς σημείο, αντίκρυ στον ανδριάντα· η μία για να τον δαφνοστεφανώσει, η δεύτερη για να τον κατακρημνίσει.
Την ταξιθέτηση εκείνης της άπειρης κοπέλας οι μεταγενέστεροι μελετητές του Τσόρτσιλ αναγνώρισαν ως τον θεμέλιο λίθο του επίσημου αρχείου του. Προτού υψωθεί το μνημείο, έχει προηγηθεί η συγγραφή των απομνημονευμάτων· προτού γραφούν τα απομνημονεύματα, έχει δημιουργηθεί το αρχείο· και στα αφανή του θεμέλια, βρίσκεται ένας άνθρωπος που εργάστηκε με υπομονή και καρτερία στο ημίφως ενός υπογείου, περισυλλέγοντας και ταξινομώντας τα διάσπαρτα τεκμήρια της Ιστορίας.
Στη σκιά ενός ιστορικού κολοσσού
Chartwell, λίγους μήνες αργότερα. Ένα βράδυ ύστερα από το δείπνο. Ο Τσώρτσιλ είναι ανακαθισμένος σε ένα κρεβάτι με ουρανό, με το κονιάκ και τα πούρα του για συντροφιά. Πάνω σε ένα τραπεζάκι χαρτοπαιξίας, στο πλάι, τον περιμένει μια γραφομηχανή. «Καλησπέρα», λέει. «Βάλτε το χαρτί σας». Τα πλήκτρα προβάλλουν αντίσταση στα δάχτυλά της· εκείνος υπαγορεύει χαμηλόφωνα κι εκείνη δεν τολμά να τον διακόψει. Όπως θα θυμηθεί αργότερα, για να αντέξει, έπειθε τον εαυτό της πως ζούσε έναν εφιάλτη από τον οποίο κάποτε θα ξυπνούσε.
Κάποια νύχτα, καθώς υπαγόρευετα πολεμικά του απομνημονεύματα, ο Τσόρτσιλ ανακάλεσε τη φράση του Αυγούστου 1940 για τους πιλότους της RAF: «Ποτέ στο πεδίο της ανθρώπινης σύγκρουσης…». Εκείνη δακτυλογραφεί «συνείδησης». Εκείνος διατρέχει τη σελίδα και αποφαίνεται: «Είναι φανερό ότι δεν έχετε ακούσει ένα από τα σπουδαιότερα αποφθέγματα του κόσμου». Η αφήγησή της κλείνει με την ανάμνηση των δακρύων που μόλις συγκράτησε και με μια σύντομη εξήγηση: ήταν αρκετά ματαιόδοξος. Ποιος κόντεψε να δακρύσει, η κοπέλα ή ο συγγραφέας, παραμένει αδιευκρίνιστο.
Δεν θα προσδώσω σε ένα ολίσθημα των δακτύλων συμβολικό βάρος μεγαλύτερο απ' όσο μπορεί να αντέξει· η αναδρομική ματιά έχει την τάση να ανακαλύπτει νοήματα εκεί όπου κάποτε υπήρξε μονάχα κάματος. Κι όμως η παραδρομή μαρτυρεί, ερήμην της, τη μετάβαση στην οποία η ίδια είχε ταχθεί να συνδράμει: από τη σύγκρουση στη συνείδηση, από τον κρότο των όπλων στη στοχαστική αποτίμηση.
Τον Ιανουάριο του 1948, ο ηττημένος των εκλογών του 1945 δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων πως θα ήταν προτιμότερο για όλα τα κόμματα να αφεθεί το παρελθόν στην ιστορία, και πρόσθεσε: «ιδίως αφού προτίθεμαι να γράψω εγώ αυτή την ιστορία». Η αίθουσα ξέσπασε σε γέλια. Εκείνος πράγματι την έγραψε, σε έξι τόμους, ο πρώτος από τους οποίους κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.
Όταν, το 1953, η Σουηδική Ακαδημία στεφάνωσε τον Τσόρτσιλ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, αναγνωρίζοντας την απαράμιλλη δεινότητά του στην ιστορική αφήγηση και τη ρητορεία, επιβράβευσε ένα πνευματικό έργο που, προτού περιβληθεί τη λάμψη του βραβείου, είχε περάσει, νύχτα τη νύχτα, από τα δάχτυλα των γραμματέων του.
Το σπίτι αφουγκραζόταν και όσα δεν θα χωρούσαν ποτέ σε κανέναν τόμο. Ο άνθρωπος που είχε ταυτιστεί με τη νίκη επί του Χίτλερ ζητούσε κάθε βράδυ από τη γραμματέα του αναφορά για το αν το σκυλάκι του είχε εκπληρώσει το καθήκον του. Κι όταν, στο Chartwell, προβλήθηκε μια ταινία με έντονα αντιγερμανικό περιεχόμενο, παρουσία δύο Γερμανών εργατών του κτήματος, πρώην αιχμαλώτων πολέμου, τους ζήτησε συγγνώμη. Ήταν, ωστόσο, και απαιτητικός μέχρι εξαντλήσεως, ενίοτε σκληρά προσβλητικός, και τόσο δεινός στην τέχνη της αναβολής ώστε διάβαζε στη γραμματέα σελίδες από τα δικά του βιβλία, σχολιάζοντας πως ο συγγραφέας ήταν, αλήθεια, πολύ καλός.
Θεματοφύλακας μιάς υστεροφημίας
Νέα Υόρκη, κάποια χρονιά πριν από το τέλος. Ο Barry Singer, που διατηρεί ένα βιβλιοπωλείο αφιερωμένο στον Churchill και συντάσσει νεκρολογίες για τους New York Times, της παραδίδει να διαβάσει τη δική της νεκρολογία, γραμμένη εκ των προτέρων. Εκείνη τη μελετά με την επιμέλεια του ευσυνείδητου μάρτυρα που ελέγχει την κατάθεσή του προτού την υπογράψει και τη βρίσκει αρκετά συμπαθητική. Κρίμα μόνο, παρατηρεί ατάραχη, που θα πρέπει πρώτα να «πετάξει από το κλαδί» για για να μπορέσουν να τη διαβάσουν και οι υπόλοιποι.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που την απασχολούσε η απόσταση ανάμεσα στην αλήθεια ενός ανθρώπου και στην εικόνα που διασώζει γι' αυτόν η Ιστορία. Τη δεκαετία του 1990 είχε εκμυστηρευτεί στον Martin Gilbert, τον επίσημο βιογράφο του Τσόρτσιλ, την ανησυχία της μήπως οι μεταγενέστερες αφηγήσεις αλλοίωναν την προσωπικότητά του, φιλοτεχνώντας το πορτρέτο ενός ανθρώπου σκυθρωπού και κατηφούς, ολότελα ξένου προς εκείνον που η ίδια είχε γνωρίσει και υπηρετήσει. Εκείνη θυμόταν, πάνω απ' όλα, τα γέλια του, κάποτε τόσο ακατάσχετα, ώστε μια έκρηξη ευθυμίας από το ατελιέ όπου ζωγράφιζε κινητοποίησε ακόμη και τον αστυνομικό της φρουράς του, ο οποίος έκρινε σκόπιμο να βγάλει για περίπατο την ίδια και τη συνάδελφό της, Jane Portal.
Θα ήταν εύκολο διακρίνει κανείς πίσω από αυτή την έγνοια την αφοσίωση μιας πιστής υπαλλήλου που εξακολουθεί να περιφρουρεί το είδωλο του εργοδότη της. Νομίζω, ωστόσο, ότι συνέβαινε μάλλον το αντίθετο. Η ίδια δεν απέκρυπτε ότι ο Τσώρτσιλλ ήταν ματαιόδοξος. Και το 1951, όταν εκείνος επέστρεψε στην Downing Street, έκρινε πως της έλειπε ακόμη η απαιτούμενη εμπειρία για να υπηρετήσει έναν εν ενεργεία πρωθυπουργό και προτίμησε να περάσει στην υπηρεσία της Κλεμεντίν Τσόρτσιλ. Επέδειξε, δηλαδή, την ίδια ευθύτητά απέναντι στον εαυτό της. Δεν διεκδικούσε για τον Τσόρτσιλ μια εξωραϊσμένη υστεροφημία· διεκδικούσε την αποκατάσταση της αλήθειας του. Ο κατηφής Τσώρτσιλ και ο αλάθητος Τσώρτσιλ αποτελούν δύο όψεις της ίδιας παραμόρφωσης: και οι δύο υποτάσσουν τον άνθρωπο στο σχήμα.
Ο Λουκιανός, στο έργο του «Πώς πρέπει να γράφεται η ιστορία», παρατηρούσε ότι ανάμεσα στην ιστορία και στο εγκώμιο δεν παρεμβάλλεται ένας στενός ισθμός, αλλά ένα υψηλό τείχος. Ο εγκωμιαστής μπορεί να ανεχθεί το ψεύδος, αρκεί αυτό να τέρπει· η Ιστορία, αντίθετα, δεν ανέχεται ούτε το παραμικρό ψήγμα του, όπως η τραχεία, κατά τους γιατρούς, δεν ανέχεται τίποτε από όσα προορίζονται για κατάποση.
Το πνευματώδες σχόλιό του στη Βουλή των Κοινοτήτων, το 1948, έχει έκτοτε λειανθεί και ανακυκλωθεί ώσπου αποκρυσταλλώθηκε σε ένα αυτάρεσκο απόφθεγμα: ότι η Ιστορία θα του φερθεί ευνοϊκά, αφού θα τη γράψει ο ίδιος. Η συγκεκριμένη, ωστόσο, διατύπωση δεν τεκμηριώνεται. Απέναντι σε τέτοιες παραμορφωτικές απλουστεύσεις που θυσιάζουν την ιστορική ακρίβεια στη γοητεία του μύθου, η μαρτυρία της επαναφέρει στο προσκήνιο τον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο του Τσόρτσιλ.

Το 1953 μετοίκησε στη Νέα Υόρκη, αποφασισμένη να χαράξει τη δική της διαδρομή, έξω από τη βαρυτική έλξη μιας τόσο επιβλητικής προσωπικότητας. Εργάστηκε επί χρόνια στο περιοδικό Life, ξενυχτούσε στα τζαζ κλαμπ και μοιράστηκε δεκαετίες της ζωής της με τον πιανίστα John Bunch, μουσικό συνοδό του Tony Bennett. Φύλαξε, ωστόσο, μέχρι τέλους ένα πορτρέτο της, φιλοτεχνημένο από τον ίδιο τον Τσόρτσιλ. Της το είχε προσφέρει ως χριστουγεννιάτικο δώρο, σε μια γιορτή που συνέπιπτε με τα γενέθλιά της. Εκείνος απέδωσε τη μορφή της με χρώματα λαδιού. Εκείνη διατήρησε ζωντανή τη δική του με λέξεις, επιστρατεύοντας την ίδια φειδωλή προσήλωση στην αλήθεια.
Στο πεδίο της ανθρώπινης σύγκρουσης, ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί δεν όφειλαν τόσα πολλά σε τόσο λίγους. Στο πεδίο της ανθρώπινης συνείδησης, το χρέος προς εκείνον που εκφώνησε αυτά τα λόγια είναι να αναγνωρίζουμε το απαράμιλλο ανάστημά του και την ανεκτίμητη παρακαταθήκη του, χωρίς να παραβλέπουμε την πολυπλοκότητα εκείνου που σφράγισε όσο ελάχιστοι την πορεία του αιώνα του, με τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες του. Η Chips το ξεπλήρωσε ως την ύστατή της μέρα...