Η «πολιτικοποίηση» μιας τραγωδίας δεν αποτελεί πλέον αυθόρμητη αντίδραση, αλλά μια καλοκουρδισμένη βιομηχανία παραγωγής αγανάκτησης.

Στο δυστύχημα στην Αδαμούθ, τον Ιανουάριο, οι φωνές στα social media που ικέτευαν για σεβασμό απέναντι στους νεκρούς πνίγηκαν γρήγορα από κομματικά τρολ. Το φαινόμενο, βέβαια, είχε ήδη τελειοποιηθεί στα Τέμπη.

Η σύγκριση των δύο τραγωδιών αποκαλύπτει μια ανατριχιαστική αλήθεια: η αντιπολιτευτική μανία και ο τυφλός ακτιβισμός μετέτρεψαν το εθνικό πένθος σε φτηνό προεκλογικό σλόγκαν. Ενώ στην Αδαμούθ η (ισπανική) κοινωνία προσπάθησε να κρατήσει κάποιες άμυνες, στα Τέμπη η εργαλειοποίηση υπήρξε απόλυτη. Κόμματα και επαγγελματίες της διαμαρτυρίας δεν δίστασαν να «επενδύσουν» κυνικά στα συντρίμμια, υποθηκεύοντας το μέλλον με την προσμονή μιας επόμενης τραγωδίας.

Αυτό το τοξικό μοντέλο δηλητηριάζει την κοινή γνώμη, αντικαθιστώντας τη λογική με παράλογες θεωρίες συνωμοσίας, όπως οι μύθοι για το «ξυλόλιο» και το υποτιθέμενο «μπάζωμα» του χώρου για συγκάλυψη.

Το μεγαλύτερο δίδαγμα είναι ότι η εμμονή να βαφτίζεται κάθε εγκληματική αστοχία «κρατική δολοφονία» παραβλέπει σκόπιμα το «ανθρώπινο λάθος». Η υποτίμηση της ανευθυνότητας ή της μοιραίας στιγμιαίας αστοχίας ενός χειριστή δεν συνιστά δικαιοσύνη· αποτελεί καθαρή τυμβωρυχία.

Οταν αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα, απλώς στρώνουμε το χαλί για την επόμενη τραγωδία. Η αλήθεια απαιτεί αυστηρή απόδοση των πραγματικών ευθυνών, μακριά από τον λαϊκισμό των εύκολων κατηγοριών.