Την αναθεωρητική και επεκτατική πολιτική της Άγκυρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο στηλιτεύει η Κομισιόν στην ετήσια έκθεσή της για τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, η οποία δημοσιεύθηκε προχθές.
Η καταγραφή της τουρκικής παραβατικότητας εις βάρος της Ελλάδας ενισχύει, θεωρητικά, τη φαρέτρα της Αθήνας στο πεδίο της δημόσιας διπλωματίας για τον ρόλο της Άγκυρας στην ευρύτερη περιοχή.
Παρ’ όλα αυτά, και ενώ οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες από το 2018, η Τουρκία περιγράφεται στην ίδια έκθεση ως «βασικός εταίρος της ΕΕ σε πολλούς τομείς κοινού ενδιαφέροντος».
Εκτός από τις σοβαρές ανησυχίες που διατυπώνει για τη συνεχιζόμενη υποβάθμιση των δημοκρατικών προτύπων, του κράτους δικαίου, της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Τουρκία, η Κομισιόν σημειώνει ότι η Άγκυρα «συνέχισε να παρεμποδίζει τις ερευνητικές εργασίες για τον Great Sea Interconnector, έργο κοινού ενδιαφέροντος (PCI) της ΕΕ».
Το καλώδιο και το «Abeille Marengo»
Η αναφορά έρχεται λίγες ημέρες πριν από την επανέναρξη των εργασιών του γαλλικού ερευνητικού πλοίου Abeille Marengo για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και είναι η μόνη ρητή αναφορά στο καλώδιο σε ολόκληρη την έκθεση.
Η ίδια έκθεση χαρακτηρίζει ρητά «άκυρο και ανυπόστατο» (null and void) το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο επικύρωσε πρόσφατα η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, υπογραμμίζοντας ότι η Άγκυρα θα πρέπει να αποφεύγει ενέργειες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την περιφερειακή σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Η ΕΕ παραμένει δεσμευμένη στην υπεράσπιση των συμφερόντων της και των συμφερόντων των κρατών-μελών της, καθώς και στη διαφύλαξη της περιφερειακής σταθερότητας», προστίθεται χαρακτηριστικά.
Η επιστολή Μπαλτά στον ΟΗΕ
Στο μεταξύ, γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της επιστολής που απέστειλε στις 22 Οκτωβρίου η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ, Αγλαΐα Μπαλτά, προς τον γενικό γραμματέα του Οργανισμού. Σε αυτήν, η Αθήνα απορρίπτει «στο σύνολό του» το τουρκολιβυκό μνημόνιο, επισημαίνοντας ότι η «υποτιθέμενη επικύρωσή» του από τη λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων «ούτε μπορεί να του προσδώσει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα ούτε να μεταβάλει τον νομικό του χαρακτήρα ως άκυρου».
Casus belli, NAVTEX και «Γαλάζια Πατρίδα»
Επιπλέον, η έκθεση της Κομισιόν επαναλαμβάνει την τουρκική απειλή πολέμου (casus belli) σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, τις υπερπτήσεις τουρκικών αεροσκαφών πάνω από κατοικημένα νησιά του Αιγαίου, τη συστηματική έκδοση αναρμόδιων NAVTEX και τις αξιώσεις αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.
Ακόμα, καταγράφει τη χωροθέτηση των δύο παράνομων τουρκικών θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και την ένταξη του επεκτατικού δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» στα σχολικά βιβλία. Το δόγμα αυτό αναμένεται να ψηφιστεί έως το τέλος του έτους και ως νόμος από την τουρκική Εθνοσυνέλευση.
Η Κομισιόν ζητά από την Άγκυρα να αναλάβει σαφή δέσμευση για σχέσεις καλής γειτονίας (σ.σ. με Ελλάδα και Κύπρο) και για την ειρηνική επίλυση των διαφορών, ακόμη και με προσφυγή, εφόσον χρειαστεί, στο Διεθνές Δικαστήριο.
Παράλληλα, της ζητά να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με την Κυπριακή Δημοκρατία και να σέβεται την κυριαρχία όλων των κρατών-μελών της ΕΕ στη χωρική τους θάλασσα και στον εναέριο χώρο τους, καθώς και όλα τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων. Ενώ γίνεται αναφορά και στη σημασία του δικαίου της Θάλασσας.
«Απορρίπτουμε τους αβάσιμους ισχυρισμούς της έκθεσης, ιδίως στους τομείς των πολιτικών κριτηρίων, της δικαιοσύνης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων», απάντησε το τουρκικό ΥΠΕΞ, κατηγορώντας την Κομισιόν ότι υπερασπίζεται τις «μαξιμαλιστικές θέσεις» της Ελλάδας και της ελληνοκυπριακής πλευράς.
«Οι σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ πρέπει να διαμορφώνονται με βάση τα κοινά συμφέροντα και ένα μακροπρόθεσμο όραμα, πέρα από στενούς πολιτικούς υπολογισμούς και μονομερείς προσεγγίσεις», σημειώνεται στην ανακοίνωση.
Μήνυμα στα Σκόπια
Ταυτόχρονα, στην έκθεση για τη Βόρεια Μακεδονία η Κομισιόν απευθύνει ισχυρή σύσταση στην εθνικιστική κυβέρνηση Μίτσκοσκι να τηρεί τη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία περιλαμβάνει τη χρήση της συνταγματικής ονομασίας της χώρας, δηλαδή «Βόρεια Μακεδονία».
«Μέλη της κυβέρνησης και ανώτεροι αξιωματούχοι κατά περιπτώσεις αγνοούν τη Συμφωνία, μεταξύ άλλων μη χρησιμοποιώντας τη συνταγματική ονομασία της χώρας, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο να επηρεάσει τις σχέσεις καλής γειτονίας», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Η έκθεση υπογραμμίζει ακόμη ότι η εφαρμογή των διμερών συμφωνιών καλή τη πίστει, συμπεριλαμβανομένης της Συμφωνίας των Πρεσπών, παραμένει ουσιώδης.