Η επανεκλογή του Βραζιλιάνου προέδρου απέτρεψε την παλινόρθωση της οικογένειας Μπολσονάρου στην εξουσία, δεν προοιωνίζεται, ωστόσο, την παλιγγενεσία της Αριστεράς.
Πίσω από τον θρίαμβο ενός ηγέτη που εξακολουθεί να φαντάζει αναντικατάστατος, υποφώσκει η κρίση ενός πολιτικού εγχειρήματος που αδυνατεί να διασφαλίσει τη συνέχειά του πέρα από τον ιδρυτή του.
Η εκλογική επικράτηση δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την αναζωογόνηση της παράταξης που την εξασφαλίζει· μπορεί να αποτελεί παράταση της προσωπικής πολιτικής κυριαρχίας ενός ηγέτη, χωρίς να ανασυστήσει το ιδεολογικό και κοινωνικό έρεισμα που άλλοτε τροφοδοτούσε τη δυναμική της.
Σε αυτήν τη δεύτερη εκδοχή προσιδιάζει η επικράτηση του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στις προεδρικές εκλογές της Βραζιλίας, στις 25 Οκτωβρίου. Ο άλλοτε τορναδόρος, που ταύτισε όσο κανείς άλλος το όνομά του με τον πολιτικό και κοινωνικό μετασχηματισμό της χώρας κατόρθωσε να ανακόψει την επάνοδο της οικογένειας Μπολσονάρου στην εξουσία. Δεν κατάφερε, ωστόσο, να καταδείξει ότι το πολιτικό ρεύμα που ο ίδιος ενσάρκωσε κυλά πια με αυθύπαρκτη ορμή, ώστε να μη στερέψει όταν εκείνος λείψει.
Πίσω από την εκλογική του επικράτηση, διακρίνεται, εντούτοις, η βαθμιαία αποσάθρωση εκείνου του πολιτικού κράματος που άλλοτε συνάρθρωνε την κοινωνική κινητικότητα, την αναδιανομή, τη λαϊκή εκπροσώπηση και τον πολιτικό πραγματισμό σε ένα συνεκτικό εγχείρημα κοινωνικού μετασχηματισμού.
Η ψήφος στον Λούλα υπήρξε περισσότερο μια επιλογή ανάσχεσης το μπολσοναρισμού παρά μια καταφατική εντολή για μια νέα προοδευτική διακυβέρνηση.
Κι εδώ, θαρρώ, βρίσκεται η αδυναμία της βραζιλιάνικης Αριστεράς: ο ηγέτης που εξακολουθεί να διασφαλίζει εκλογικούς θριάμβους δεν έχει κατορθώσει να προλειάνει το έδαφος για τη διαδοχή του.
Η ανατροπή της προεκλογικής αδράνειας
Η εκλογική αναμέτρηση υπήρξε η πλέον αμφίρροπη και πολωτική από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Βραζιλία, το 1985. Στον πρώτο γύρο, ο Λούλα βρέθηκε στη δεύτερη θέση, μέσα σε ένα κλίμα διάχυτης πολιτικής κόπωσης και εκλογικής ακηδίας. Η δυναμική της αναμέτρησης αντιστράφηκε μόνο όταν η προεκλογική του εκστρατεία εγκατέλειψε το ταμπούρι της και πέρασε στην αντεπίθεση, ξεσηκώνοντας στρώματα που είχαν γυρίσει την πλάτη στα κοινά και έμοιαζαν να έχουν απολέσει κάθε ενδιαφέρον για την πολιτική αντιπαράθεση.
Ακολούθησαν συγκεντρώσεις επιβλητικές. Στις 11 Οκτωβρίου, στο Σάο Πάολο πραγματοποιήθηκε μία από τις μαζικότερες αριστερές κινητοποιήσεις στην ιστορία του, ενώ την παραμονή του δεύτερου γύρου, έως και μισό εκατομμύριο άνθρωποι πλημμύρισαν την Avenida Paulista, σε μια συγκέντρωση που ο Λούλα, την επομένη, περιέγραψε ως πρωτοφανή στην πολύχρονη πολιτική του διαδρομή.
Η αντεπίθεση, ωστόσο, εκτυλίχθηκε εξίσου αποφασιστικά στον ψηφιακό χώρο. Για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, το στρατόπεδο του Λούλα κατόρθωσε να κλονίσει, έστω και προσωρινά, τη διαδικτυακή ηγεμονία που οι μπολσοναριστές είχαν οικοδομήσει επί σειρά ετών. Ο μοχλός ήταν ο βουλευτής Αντρέ Ζανόνες και το κανάλι του στο WhatsApp, το «Exército do Lula» («Στρατός του Lula»). Πριν από τον πρώτο γύρο το κανάλι αριθμούσε κάπου πενήντα χιλιάδες ακόλουθους. Μέσα σε λιγότερες από τρεις εβδομάδες, λίγο πριν από την τελευταία τηλεμαχία, είχε υπερβεί τα δέκα εκατομμύρια, συγκεντρώνοντας αριθμό χρηστών που αντιστοιχούσε σε περισσότερο από το 6% του εκλογικού σώματος.
Ο μπολσοναρισμός είχε κατορθώσει να δημιουργήσει στα κοινωνικά δίκτυα ένα παράλληλο σύστημα επικοινωνίας, όπου η πολιτική ταυτότητα σφυρηλατείται καθημερινά, μέσα από τη συναισθηματική έξαψη, τη διαρκή ανακύκλωση πολιτικών συμβόλων και μια σχεδόν λατρευτική αφοσίωση στον ηγέτη. Η ψηφιακή αντεπίθεση φανέρωσε ότι ο Λούλα διατηρεί τη δυνατότητα να αμφισβητήσει αυτήν την επικοινωνιακή υπεροχή και να διεκδικήσει εκ νέου επιρροή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική υπήρξε και η τελευταία τηλεοπτική αντιπαράθεση, κατά την οποία η προσωπική βιογραφία του Λούλα αναδείχθηκε εκ νέου σε ισχυρό πολιτικό κεφάλαιο. Όταν ο Φλάβιο Μπολσονάρου θέλησε να περιπαίξει τον πρόεδρο για το δάχτυλο που έχασε σε εργατικό ατύχημα το 1964, τη χρονιά του πραξικοπήματος, ο Λούλα αντιπαρέβαλε τα χρόνια του στη χειρωνακτική εργασία με την προνομιούχο κοινωνική και πολιτική διαδρομή του αντιπάλου του. «Αν υπάρχει κάποιος εδώ που γνωρίζει τον κόσμο της εργασίας, αυτός είμαι εγώ», απάντησε, υπενθυμίζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε εργαστεί από νεαρή ηλικία και αμφισβητώντας την εργασιακή εμπειρία του γόνου της οικογένειας Μπολσονάρου.
Ο Φλάβιο αναγκάστηκε τελικά να ζητήσει συγγνώμη για την προσβλητική αναφορά του. Απέναντι σε έναν αντίπαλο που είχε ανατραφεί στους κόλπους μιας πολιτικής δυναστείας, η δική του διαδρομή, από το εργοστάσιο έως το προεδρικό μέγαρο, ανακτούσε το κοινωνικό βάρος που είχε συμβάλει καθοριστικά στη νομιμοποίησή του ως εκφραστή των εργαζομένων.
Ο ηγέτης που απορρόφησε το κόμμα του
Η εκλογική επικράτησή του φέρει, εντούτοις, εντός της ίδιας της δυναμικής της, τους σπόρους μιας ευδιάκριτης αδυναμίας της παράταξής του. Η βραζιλιάνικη Αριστερά έχει προσδεθεί τόσο στενά στο πρόσωπο του Λούλα, ώστε η εκλογική της ανθεκτικότητα να συναρτάται σχεδόν αποκλειστικά με το δικό του κύρος, την ώρα που τα συλλογικά της ερείσματα εμφανίζουν σημάδια προϊούσας αποδυνάμωσης.
Η πολιτική του διαδρομή παρουσιάζει μια σπάνια συνέχεια εκλογικών επιτυχιών. Αναδείχθηκε δύο φορές στην προεδρία κατά τη δεκαετία του 2000, συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξη της εκλεκτής του, Ντίλμα Ρουσέφ, η οποία εξασφάλισε δύο προεδρικές θητείες προτού καθαιρεθεί το 2016, και επανήλθε ο ίδιος στην εξουσία το 2022, ύστερα από μια περίοδο πολιτικής περιθωριοποίησης που πολλοί θεωρούσαν οριστική. Η νέα του επικράτηση επιβεβαιώνει την κεντρική θέση που εξακολουθεί να κατέχει στο ιδεολογικό και εκλογικό σύμπαν της βραζιλιάνικης Κεντροαριστεράς.
Η μακροημέρευση, εντούτοις, της προσωπικής κυριαρχίας του συνοδεύεται από μια ολοένα εμφανέστερη οργανωτική καχεξία του Εργατικού Κόμματος (PT). Ο Λούλα, έχοντας βαθμιαία καταστεί η σχεδόν αποκλειστική αναφορά της παράταξης, έχει επισκιάσει και σε μεγάλο βαθμό απορροφήσει τον πετισμό: την ιδιαίτερη δηλαδή πολιτική φυσιογνωμία, την ιδεολογική βάση και την οργανωτική παράδοση που χαρακτήριζαν ιστορικά το κόμμα. Έτσι, αντί η κομματική οργάνωση να εγγυάται τη συνέχεια της πολιτικής επιρροής του, είναι πλέον ο ίδιος που διασφαλίζει τη συνοχή και την εκλογική βιωσιμότητα της παράταξης.
Καθοριστική υπήρξε, προς αυτήν την κατεύθυνση, η στρατηγική διεύρυνσης των συμμαχιών του προς το πολιτικό κέντρο και τους παραδοσιακούς εκπροσώπους του βραζιλιάνικου κατεστημένου. Οι συναινέσεις αυτές του επέτρεψαν να υπερβεί τα στενά όρια της ιστορικής εκλογικής βάσης του PT και να προσεταιριστεί κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που άλλοτε παρέμεναν απρόσιτες για την Αριστερά. Η εκλογική αποτελεσματικότητα της επιλογής αυτής υπήρξε αναμφισβήτητη. Το τίμημά της, ωστόσο, ήταν η βαθμιαία άμβλυνση των ιδεολογικών διαχωριστικών γραμμών, η περιστολή της αυτονομίας της κομματικής βάσης και η αποδυνάμωση των οργάνων που άλλοτε τροφοδοτούσαν την πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος.
Ο πραγματισμός, όταν από εργαλείο πολιτικής διαχείρισης, τείνει να παγιώνεται ως κυρίαρχη και αυταξιακή αρχή, μπορεί να διευκολύνει την κατάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας, αποστερεί όμως μια παράταξη από τα διακριτά χαρακτηριστικά της. Στην περίπτωση του PT, η συνεχής προσαρμογή στις εκλογικές απαιτήσεις και στις επιταγές των κυβερνητικών συμμαχιών ενέχει τον κίνδυνο να μεταβάλει έναν πολιτικό οργανισμό με μακρά ιστορία, σε έναν μηχανισμό εκλογικής επιστράτευσης, του οποίου η συνοχή και η αποτελεσματικότητα εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από την προσωπική παρουσία του ιστορικού του ηγέτη.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, το ζήτημα της διαδοχής έχει χαρακτήρα μείζονος πολιτικής εκκρεμότητας. Ο Λούλα εισέρχεται στη νέα προεδρική θητεία του έχοντας διανύσει μια εξαιρετικά μακρά πολιτική διαδρομή, ενώ το συνταγματικό πλαίσιο δεν του επιτρέπει να διεκδικήσει τρίτη διαδοχική θητεία. Στο εσωτερικό της παράταξής του απουσιάζει, μέχρι στιγμής, μια προσωπικότητα με ανάλογο πολιτικό εκτόπισμα, κοινωνική απήχηση και συνθετική ικανότητα, ικανή να συγκεράσει τις ετερόκλητες συνιστώσες της και να εξασφαλίσει τη συνέχιση της πολιτικής της κυριαρχίας.
Η δυσχέρεια αυτή αποκαλύπτει την αδυναμία του Εργατικού Κόμματος να αναπαραγάγει, μέσα από τις δικές του οργανωτικές και πολιτικές διεργασίες, την ηγεσία και τη δυναμική που άλλοτε το κατέστησαν πρωταγωνιστή της βραζιλιάνικης πολιτικής ζωής. Όσο περισσότερο η παράταξη προσκολλάται στην προσωπικότητα του Λούλα τόσο περισσότερο δυσχεραίνεται η πολιτική της χειραφέτησή από την πολιτική κηδεμονία του.
Το αναπτυξιακό αδιέξοδο της βραζιλιάνικης Αριστεράς
Η κρίση του λουλισμού έχει, πρωτίστως, πολιτικό χαρακτήρα. Όταν ο Λούλα επέστρεψε στην προεδρία το 2022, έχοντας προμετωπίδα την υπεράσπιση της δημοκρατίας, η βραζιλιάνικη Αριστερά είχε μια ανεπανάληπτη ευκαιρία: να διαμορφώσει ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο, ικανό να αναμετρηθεί όχι μόνο με τον Ζαΐρ Μπολσονάρου, αλλά και με τις κοινωνικές αντιθέσεις, τις πολιτισμικές ρήξεις και τις ιδεολογικές ζυμώσεις που είχαν αναδείξει τον μπολσοναρισμό σε μαζικό πολιτικό κίνημα.
Η αποκατάσταση και η υπεράσπιση της Δημοκρατίας αποτελούσαν αναμφίβολα επιτακτικές προτεραιότητες. Δεν μπορούσαν, ωστόσο, να υποκαταστήσουν την ανάγκη ενός ολοκληρωμένου πολιτικού οράματος. Η δημοκρατία συνιστά το αναγκαίο συνεκτικό πλαίσιο συνύπαρξης ετερόκλητων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων· δεν προσφέρει, όμως, από μόνη της απαντήσεις στα σημαντικά διακυβεύματα μιας χώρας: στο αναπτυξιακό της μοντέλο, στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, στην παραγωγή πλούτου και, εντέλει, στην προοπτική που προσφέρει στους πολίτες της.
Η τρίτη κυβέρνηση Λούλα επένδυσε πρώτα στη θωράκιση των θεσμών, στην ανασυγκρότηση του κρατικού μηχανισμού και στην προώθηση μιας δέσμης επιμέρους μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων, ορισμένες από τις οποίες είχαν ουσιαστικό κοινωνικό αντίκτυπο.
Η διεύρυνση του αφορολόγητου ορίου για όσους διαθέτουν μηνιαίο εισόδημα έως 5.000 ρεάλ, ποσό μικρότερο των χιλίων δολαρίων, η ενίσχυση των κοινωνικών επιδομάτων μέσω του προγράμματος Bolsa Família και η ελάφρυνση των οφειλών των μικρών επιχειρήσεων αποτέλεσαν χαρακτηριστικές εκφάνσεις αυτής της πολιτικής.
Η κυβέρνηση προώθησε τη μετάβαση από το εξαήμερο στο πενθήμερο εργασιακό καθεστώς και επιχείρησε να αναχαιτίσει την ανεξέλεγκτη εξάπλωση του διαδικτυακού τζόγου, που είχε εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα. Η σχετική εργασιακή μεταρρύθμιση είχε ήδη περάσει από τη Βουλή, παρέμενε, ωστόσο, σε εκκρεμότητα στη Γερουσία κατά την εκλογική αναμέτρηση.
Όλα αυτά δεν στάθηκαν ικανά να διασκεδάσουν τη δυσφορία της καθημερινότητας. Ο πληθωρισμός αποκλιμακώθηκε, χωρίς να υποχωρήσει το επίπεδο των τιμών, ενώ η υπερχρέωση των νοικοκυριών προσλάμβανε ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις. Τον Ιούλιο, οκτώ στις δέκα οικογένειες βρίσκονταν αντιμέτωπες με κάποια μορφή οφειλής. Για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών παρέμενε μια αφηρημένη στατιστική διαπίστωση, χωρίς αντίκρισμα στην καθημερινότητα. Η οικονομική ανάκαμψη δεν είχε φτάσει ακόμη στο τραπέζι της κουζίνας.
Η αναδιανομή, άλλωστε, προσκρούει αναπόφευκτα σε στενά δημοσιονομικά όρια όταν δεν συνοδεύεται από ισχυρή και διατηρήσιμη αναπτυξιακή δυναμική, ικανή να διευρύνει την παραγωγική βάση και να δημιουργήσει νέο πλούτο. Όσο η ακρίβεια εξακολουθεί να απομειώνει το διαθέσιμο εισόδημα και η οικονομική ανασφάλεια να διαπερνά την καθημερινότητα τόσο δυσχεραίνεται η πολιτική κεφαλαιοποίηση των κοινωνικών κατακτήσεων του παρελθόντος.
Η ανάμνηση μιας περιόδου ευημερίας, όσο ισχυρό αποτύπωμα κι αν έχει αφήσει στη συλλογική μνήμη, αδυνατεί επ’ αόριστον να αναπληρώνει την απουσία μιας πειστικής υπόσχεσης για το μέλλον.
Η ήττα δεν ανέτρεψε τους συσχετισμούς
Η εκλογική επικράτηση του Λούλα, όσο σημαντική και αν υπήρξε, αδυνατεί να κλονίσει τα πολιτικά ερείσματα του μπολσοναρισμού. Το Partido Liberal (PL), όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι πιστοί του Ζαΐρ Μπολσονάρου, αναδείχθηκε σε πρώτη δύναμη στη Βουλή των Αντιπροσώπων, εξασφαλίζοντας 121 από τις 513 έδρες, ενώ από το 2027 θα διαθέτει τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα στη Γερουσία, με 29 γερουσιαστές. Συγχρόνως, θα κυβερνά έξι πολιτείες, περισσότερες από οποιονδήποτε άλλον κομματικό σχηματισμό. Η βραζιλιάνικη Δεξιά έχει αποκτήσει, έτσι, μια αξιοσημείωτη εκλογική εμβέλεια, που υπερβαίνει πλέον το πρόσωπο του πρώην προέδρου.
Πρόκειται για μία από τις πλέον αξιοσημείωτες μετατοπίσεις στον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων της Βραζιλίας. Επί δεκαετίες, το Εργατικό Κόμμα (PT) συγκαταλεγόταν στους ισχυρότερους πολιτικούς σχηματισμούς της χώρας και αποτελούσε ένα από τα λίγα κόμματα με ευδιάκριτη ιδεολογική φυσιογνωμία, οργανωτική συνοχή και κοινωνικές αναφορές. Σήμερα ο μπολσοναρισμός έχει αποκτήσει ανάλογο, αν όχι μεγαλύτερο, εκλογικό και οργανωτικό βάθος, ακόμη κι αν δεν διαθέτει πάντα τη δογματική συνοχή ενός παραδοσιακού κόμματος. Η εκλογική ήττα του Φλάβιο Μπολσονάρου αφήνει, συνεπώς, πίσω της μια ισχυρή κοινοβουλευτική και περιφερειακή εκπροσώπηση, ικανή να διατηρήσει την επιρροή του πολιτικού ρεύματος που ανέδειξε τον πατέρα του.
Η ίδια η εκλογική διαδικασία, άλλωστε, δεν ήταν χωρίς αμφισβητήσεις ως προς τις συνθήκες διεξαγωγής της. Σε ορισμένους δήμους, ο περιορισμός των δρομολογίων των δημόσιων συγκοινωνιών από τοπικές αρχές που πρόσκεινται στο αντίπαλο του PT στρατόπεδο προκάλεσε καταγγελίες για παρεμπόδιση της μετακίνησης των ψηφοφόρων. Την ίδια στιγμή, σφοδρές βροχοπτώσεις σε περιοχές όπου ο Μπολσονάρου διατηρούσε ισχυρή εκλογική υπεροχή προσέθεταν νέα προσκόμματα στην ομαλή προσέλευση στις κάλπες.
Η σοβαρότερη αναστάτωση προκλήθηκε, ωστόσο, από την αιφνίδια παράταση της ψηφοφορίας. Ύστερα από αιτήματα και των δύο υποψηφίων, ο δικαστής του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Κριστιάνο Ζανίν, διορισμένος από τον Λούλα, διέταξε την παράταση της εκλογικής διαδικασίας κατά δύο ώρες, μόλις τρία λεπτά πριν από την προγραμματισμένη λήξη της. Η απόφαση καταχωρίστηκε επισήμως λίγο μετά το κλείσιμο των καλπών, όταν ορισμένα εκλογικά τμήματα είχαν ήδη ολοκληρώσει τη διαδικασία και απενεργοποιήσει τα μηχανήματα ψηφοφορίας.
Η ανομοιογενής εφαρμογή της προκάλεσε σύγχυση, νέες πολιτικές αντιπαραθέσεις και προσέφερε στον Φλάβιο Μπολσονάρου την ευκαιρία να αμφισβητήσει δικαστικά την εγκυρότητα του αποτελέσματος. Η διαφορά, εντούτοις, των περίπου 4,4 εκατομμυρίων ψήφων, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο αριθμό όσων ψήφισαν μετά την κανονική λήξη της διαδικασίας, καθιστά εξαιρετικά δυσχερή την τεκμηρίωση ισχυρισμού ότι η παράταση αλλοίωσε το αποτέλεσμα.
Από την πλευρά του, ο Φλάβιο Μπολσονάρου επιχείρησε να φιλοτεχνήσει το προφίλ μιας ηπιότερης και θεσμικά περισσότερο αποδεκτής εκδοχής του πατέρα του. Η απόσταση, ωστόσο, ανάμεσα στους δύο πολιτικούς εδράζεται σε διαφορετικές κοινωνικές αφετηρίες και διαδρομές. Ο Ζαΐρ Μπολσονάρου, προερχόμενος από ένα σχετικά ταπεινό κοινωνικό περιβάλλον και έχοντας διαμορφωθεί μέσα από τη στρατιωτική σταδιοδρομία του, κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει τη διάχυτη αντισυστημική δυσαρέσκεια και να αναδειχθεί στην προεδρία το 2018, αξιοποιώντας το κύμα αμφισβήτησης που είχε κατακλύσει σημαντικό τμήμα της βραζιλιάνικης κοινωνίας απέναντι στο παραδοσιακό πολιτικό κατεστημένο.
Ο πρωτότοκος γιος του, αντιθέτως, μεγάλωσε στους κόλπους μιας ισχυρής πολιτικής οικογένειας, με προνομιακή πρόσβαση στους μηχανισμούς της εξουσίας. Η κοινωνική ανατροφή του και η επαγγελματική διαδρομή του υπήρξαν άρρηκτα συνυφασμένες με την κοινοβουλευτική σταδιοδρομία του πατέρα του, ενώ ο ίδιος εισήλθε στην ενεργό πολιτική σε νεαρή ηλικία, εκλεγόμενος βουλευτής στην πολιτειακή συνέλευση του Ρίο ντε Τζανέιρο μόλις στα είκοσι ένα του χρόνια.
Η επίκληση, επομένως, της οικογενειακής πολιτικής παρακαταθήκης αποδείχθηκε ανεπαρκής για να εξασφαλίσει στον Φλάβιο την προεδρία, παρά την ισχυρή εκλογική του επίδοση. Η ήττα του, ωστόσο, ελάχιστα προδικάζει την περιθωριοποίηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που είχαν αναδείξει τον πατέρα του. Η ισχυρή παρουσία της Δεξιάς στο Κογκρέσο, σε συνδυασμό με τη δυνατότητά της να επηρεάζει την πολιτική ατζέντα και να καθορίζει κρίσιμους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, προμηνύουν δύσκολους καιρούς για την κυβέρνηση του Λούλα.
Ο Λούλα κατόρθωσε να διατηρήσει την προεδρία, έχοντας απέναντί του έναν μπολσοναρισμό που, παρά την ήττα του υποψηφίου του, εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πόλους της βραζιλιάνικης πολιτικής ζωής.
Η εκλογική παντοδυναμία και το αδιέξοδο της διαδοχής
Η νέα προεδρική θητεία του Λούλα προδιαγράφεται ως μια διαρκής άσκηση κοινοβουλευτικών ισορροπιών, με περιορισμένα περιθώρια για την υλοποίηση ενός φιλόδοξου προοδευτικού προγράμματος. Η ομοσπονδία του Εργατικού Κόμματος (PT) με το Κομμουνιστικό Κόμμα Βραζιλίας (PCdoB) και το Πράσινο Κόμμα (PV) θα διαθέτει μόλις 88 από τις 513 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ το PT αναμένεται να εκπροσωπείται από δέκα γερουσιαστές. Η απόλυτη πλειοψηφία στην Κάτω Βουλή προϋποθέτει 257 ψήφους, ενώ οποιαδήποτε συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί την έγκριση των τριών πέμπτων των μελών και των δύο νομοθετικών σωμάτων. Οι κοινοβουλευτικοί αυτοί συσχετισμοί καθιστούν αναπόφευκτη την αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων και επαναφέρουν στο προσκήνιο τους συμβιβασμούς που συνέβαλαν στην εκλογική επικράτηση του Λούλα. Οι συμβιβασμοί, ωστόσο, έχουν το δικό τους πολιτικό και δημοσιονομικό τίμημα.
Μέσω των λεγόμενων emendas parlamentares, των κοινοβουλευτικών δημοσιονομικών τροπολογιών που επιτρέπουν τη διοχέτευση δημόσιων πόρων σε έργα και προγράμματα των εκλογικών τους περιφερειών, οι βουλευτές και οι γερουσιαστές έχουν αποκτήσει σημαντική επιρροή στην κατανομή περίπου 50 δισεκατομμυρίων ρεάλ από τον προϋπολογισμό του 2026. Ο μηχανισμός αυτός διευρύνει τα περιθώρια πολιτικής διαπραγμάτευσης των κοινοβουλευτικών ομάδων, υποτάσσοντας εν πολλοίς τη διατήρηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας σε έναν αδιάλειπτο κύκλο διαπραγματεύσεων και αμοιβαίων ανταλλαγμάτων.
Το πρόβλημα επιδεινώνεται εν όψει της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, κατά την οποία το Φιλελεύθερο Κόμμα (PL) και οι συντηρητικές δυνάμεις θα διαθέτουν ισχυρότατα ερείσματα, ιδίως στη Γερουσία. Ακόμη και η κατάργηση του εξαήμερου εργασιακού καθεστώτος, μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές διεκδικήσεις που συνδέθηκαν με την προεκλογική εκστρατεία του Λούλα, χρειάστηκε να διανύσει μια σύνθετη νομοθετική διαδρομή. Η σχετική συνταγματική τροποποίηση εγκρίθηκε τελικά από τη Γερουσία στις 14 Οκτωβρίου και επικυρώθηκε δύο ημέρες αργότερα, προβλέποντας τη σταδιακή μετάβαση στο πενθήμερο από τον Δεκέμβριο του 2026. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει πόσο δύσκολη μπορεί να αποδειχθεί ακόμη και η προώθηση μιας μεταρρύθμισης ευρείας κοινωνικής αποδοχής, όταν η κυβερνητική παράταξη στερείται αυτοδύναμης κοινοβουλευτικής ισχύος.
Η εκλογική επικράτηση του Λούλα στηρίχθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην ευρεία συσπείρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων με κοινό παρονομαστή την αποτροπή μιας πολιτικής παλινδρόμησης. Για σημαντικό τμήμα του προοδευτικού εκλογικού σώματος, η υποστήριξή του υπαγορεύθηκε πρωτίστως από την ανάγκη να αποκλειστεί το ενδεχόμενο επανόδου της οικογένειας Μπολσονάρου στην εξουσία, και λιγότερο από την προσδοκία πραγμάτωσης ενός νέου πολιτικού οράματος.
Στον πρώτο γύρο, η αποχή είχε υπερβεί το 21%, καταγράφοντας ένα από τα υψηλότερα ποσοστά των τελευταίων δεκαετιών. Μεταξύ των δύο αναμετρήσεων, ο Λούλα προσέθεσε στην εκλογική του δύναμη περίπου 10,3 εκατομμύρια ψήφους, αριθμό μεγαλύτερο από το άθροισμα των ψήφων που είχαν συγκεντρώσει όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι στον πρώτο γύρο, εξαιρουμένων των δύο μονομάχων. Ο Φλάβιο Μπολσονάρου, αντιθέτως, αύξησε τη δική του εκλογική επίδοση κατά περίπου 3,7 εκατομμύρια ψήφους. Η διεύρυνση αυτή επέτρεψε στον Λούλα να ανατρέψει το αρχικό του μειονέκτημα και να διαμορφώσει μια πλειοψηφία που υπερέβαινε αισθητά τα παραδοσιακά όρια της εκλογικής του επιρροής.
Η σύμπραξη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων με κοινό παρονομαστή την αποτροπή ενός πολιτικού ενδεχομένου απέχει, ωστόσο, από την οικοδόμηση μιας παράταξης με συνεκτική ταυτότητα και μακρόπνοη ιστορική προοπτική.
Για να αποκτήσει διάρκεια, χρειάζεται ένα θετικό πολιτικό πρόγραμμα, μια συλλογική προσδοκία και, κυρίως, την πεποίθηση ότι η κυβερνητική εξουσία υπηρετεί έναν ευρύτερο ιστορικό σκοπό.
Η Βραζιλία απέφυγε την παλινόρθωση του μπολσοναρισμού στην προεδρία, η Αριστερά, όμως, εξακολουθεί να αναζητεί το πολιτικό περιεχόμενο της δικής της ιστορικής αποστολής. Ο λουλισμός υπήρξε κάποτε ένα εγχείρημα πολύ ευρύτερο από μια εκλογική συμμαχία γύρω από έναν χαρισματικό ηγέτη. Ο πολιτικός επιστήμονας Αντρέ Σίνγκερ, επιχειρώντας να αποκρυπτογραφήσει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του, χρησιμοποίησε την έννοια του «ασθενούς μεταρρυθμισμού»: μιας στρατηγικής βαθμιαίας βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων, χωρίς μετωπική σύγκρουση με τις οικονομικές δομές της χώρας.
Κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία και η αυξανόμενη ζήτηση πρώτων υλών προσέφεραν στη Βραζιλία τους οικονομικούς πόρους για έναν αξιοσημείωτο κύκλο κοινωνικής κινητικότητας. Το εγχείρημα αυτό κατόρθωσε να συνταιριάξει την οικονομική ανάπτυξη με αναδιανεμητικές παρεμβάσεις και τη διεύρυνση της κατανάλωσης, επιτρέποντας σε εκατομμύρια πολίτες να αποκτήσουν πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που μέχρι πρότινος βρίσκονταν έξω από τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Ο οικονομολόγος Μαρσέλο Νέρι υπολόγισε ότι, μεταξύ 2003 και 2009, περίπου 29 εκατομμύρια Βραζιλιάνοι μετακινήθηκαν προς τη λεγόμενη «νέα μεσαία τάξη». Πίσω από τη στατιστική, ωστόσο, εκτυλισσόταν μια κοινωνική διεργασία περισσότερο σύνθετη από ό,τι υποδήλωνε η αισιόδοξη ορολογία της ανόδου. Ο κοινωνιολόγος Ζεσέ Σόουζα αμφισβήτησε την ερμηνεία περί συγκρότησης μιας νέας μεσαίας τάξης, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο, κατά κύριο λόγο, για την εμφάνιση μιας νέας εργατικής τάξης, των batalhadores: ανθρώπων που διεκδικούσαν την κοινωνική τους ανέλιξη μέσα από την επίπονη εργασία, την επισφαλή απασχόληση και την αδιάκοπη προσωπική προσπάθεια, χωρίς τα δίχτυ ασφαλείας που διαθέτει η παραδοσιακή μεσαία τάξη.
Η ευημερία εκείνης της περιόδου στηριζόταν σε μια οικονομική συγκυρία που αποδείχθηκε παροδική και σε μια κοινωνική κινητικότητα που παρέμενε ευάλωτη στις διακυμάνσεις της ανάπτυξης. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου υπήρξε πραγματική, αλλά η θεσμική και παραγωγική της σταθεροποίηση αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη.
Η μεταγενέστερη υποχώρηση της λεγόμενης «τάξης C», την οποία επισήμανε και ο ίδιος ο Νέρι, φανέρωσε πόσο εύθραυστο ήταν αυτό το αναπτυξιακό μοντέλο. Η έξοδος της Βραζιλίας, το 2025, από τον Χάρτη της Πείνας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, για δεύτερη φορά στη σύγχρονη ιστορία της, αποτέλεσε αναμφίβολα σημαντικό κοινωνικό επίτευγμα. Η πρόοδος στην καταπολέμηση της ακραίας φτώχειας, ωστόσο, αποτελεί μία μόνο διάσταση μιας πολύ σύνθετης πραγματικότητας, στην οποία εξακολουθεί να δεσπόζει η οικονομική ανασφάλεια, η υπερχρέωση των νοικοκυριών και η αβεβαιότητα για τη διατήρηση των κοινωνικών κατακτήσεων.
Η εκλογική δεινότητα του Λούλα αποτελεί το λιγότερο αμφισβητούμενο στοιχείο της πολιτικής του παρακαταθήκης. Η νέα του επικράτηση επιβεβαίωσε ακόμη μία φορά την εξαιρετική ανθεκτικότητα της προσωπικής του απήχησης. Το δυσχερέστερο διακύβευμα αφορά πλέον τη δυνατότητα της παράταξης που οικοδομήθηκε γύρω του να αποκτήσει αυθύπαρκτη πολιτική υπόσταση και να ανανεώσει τα κοινωνικά και ιδεολογικά της ερείσματα.
Η αναζήτηση ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου, ικανού να συνδυάσει την παραγωγική ανασυγκρότηση με τη διαρκή κοινωνική κινητικότητα, αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη βραζιλιάνικη Αριστερά. Μια τέτοια προοπτική προϋποθέτει την υπέρβαση της αμιγώς αμυντικής αντιπαράθεσης με τον μπολσοναρισμό και τη διαμόρφωση μιας αυτοτελούς πολιτικής πρότασης, η οποία θα στηρίζεται στο κοινωνικό μέλλον που επαγγέλλεται και όχι αποκλειστικά στον κίνδυνο που επιδιώκει να αποτρέψει.
Όταν ο Λούλα ολοκληρώσει τη νέα του προεδρική θητεία, τον Ιανουάριο του 2031, θα έχει συμπληρώσει το ογδοηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του. Η αποχώρησή του θα σημάνει το τέλος μιας πολιτικής διαδρομής που σφράγισε τη μεταπολιτευτική ιστορία της Βραζιλίας και διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό την ίδια την ταυτότητα της σύγχρονης βραζιλιάνικης Αριστεράς.
Το σύνθημα «Lula lá» αντήχησε ξανά στους δρόμους της χώρας, ανασύροντας από τη συλλογική μνήμη την πρώτη προεδρική υποψηφιότητά του, το 1989, όταν ο νεαρός τότε ηγέτης του εργατικού κινήματος ηττήθηκε από τον Φερνάντο Κόλορ ντε Μέλο. Τριάντα επτά χρόνια αργότερα, ο ίδιος παρομοίασε τον αγώνα του δεύτερου γύρου με εκείνη την πρώτη πολιτική μάχη του. Η μεγάλη συγκέντρωση της παραμονής των εκλογών στην Αβενίδα Παουλίστα ενδέχεται μάλιστα να αποτέλεσε την κατακλείδα της τελευταίας προεδρικής εκστρατείας της μακράς σταδιοδρομίας του.
Η εκλογική κυριαρχία του Λούλα εξακολουθεί να συντηρεί ένα πολιτικό εγχείρημα του οποίου τα ιστορικά θεμέλια και οι κοινωνικές προϋποθέσεις έχουν πλέον αλλάξει. Προσδεδεμένη στην προσωπική του ακτινοβολία, η βραζιλιάνικη Αριστερά μεταθέτει διαρκώς στο μέλλον την αναμέτρηση με το ζήτημα της διαδοχής και της δικής της πολιτικής αυθυπαρξίας.
Ο ηγέτης που εξασφάλισε στην παράταξή του μια πρωτοφανή πολιτική μακροημέρευση ενδέχεται να της κληροδοτήσει, ως επιστέγασμα της διαδρομής του, το δυσχερέστερο υπαρξιακό της πρόβλημα: την αδυναμία της να φανταστεί, να διαμορφώσει και να διεκδικήσει το μέλλον της μετά απ’ αυτόν...