Δημοκρατικοί βουλευτές ζητούν να διατηρηθούν οι συνομιλίες του Ντόναλντ Τραμπ με εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, εξετάζοντας πιθανή επιρροή τους σε κυβερνητικές αποφάσεις.

Την πλήρη διατήρηση των ηλεκτρονικών αρχείων που σχετίζονται με τη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης από τον Ντόναλντ Τραμπ και τους συνεργάτες του ζητούν δύο κορυφαίοι Δημοκρατικοί βουλευτές από τον Λευκό Οίκο, έπειτα από δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία ο Αμερικανός πρόεδρος συμβουλεύτηκε το Grok του Ίλον Μασκ πριν από τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.

Με επιστολή τους, στις 28 Οκτωβρίου 2026, οι Τζέιμι Ράσκιν και Ρόμπερτ Γκαρσία, επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας στις Επιτροπές Δικαιοσύνης και Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων αντίστοιχα, ζήτησαν να αρχειοθετηθούν όλες οι ερωτήσεις που έχει υποβάλει ο πρόεδρος ή το προσωπικό του σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης κατά την άσκηση επίσημων καθηκόντων, καθώς και οι απαντήσεις που έλαβαν.

Το αίτημα καλύπτει εφαρμογές όπως τα Grok, ChatGPT, Claude, Gemini και Perplexity, ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιήθηκαν απευθείας από τον Τραμπ ή από συμβούλους του για ζητήματα κυβερνητικής πολιτικής.

Οι δύο βουλευτές υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένες ηλεκτρονικές επικοινωνίες αποτελούν προεδρικά αρχεία, τα οποία πρέπει να διαφυλάσσονται σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, ώστε να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου των πληροφοριών που ενδέχεται να επηρέασαν τη λήψη αποφάσεων.

Η συνομιλία με το Grok πριν από την επιχείρηση στη Βενεζουέλα

Αφορμή για την κοινοβουλευτική παρέμβαση αποτέλεσε δημοσίευμα του περιοδικού TIME, την 1η Οκτωβρίου, σύμφωνα με το οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος είχε μια πολύωρη συνάντηση με τον Ίλον Μασκ στο Οβάλ Γραφείο, τον Δεκέμβριο του 2025.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ φέρεται να χρησιμοποίησε επανειλημμένα το Grok, υποβάλλοντας ερωτήσεις για την προεδρία του, την πολιτική του παρακαταθήκη και τις διεθνείς εξελίξεις.

Μία από τις ερωτήσεις αφορούσε την πιθανή αντίδραση των πολιτών της Βενεζουέλας σε περίπτωση σύλληψης του τότε προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, που επικαλείται αξιωματούχο παρόντα στη συνάντηση, το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης παρουσίασε τον Μαδούρο ως έναν ιδιαίτερα αντιδημοφιλή αυταρχικό ηγέτη, εκτιμώντας ότι πολλοί Βενεζουελάνοι θα υποδέχονταν θετικά την απομάκρυνσή του από την εξουσία.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 3 Ιανουαρίου 2026, αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις πραγματοποίησαν επιχείρηση στη Βενεζουέλα, κατά την οποία συνελήφθη ο Μαδούρο.

Κατά την ίδια πηγή, όταν καταγράφηκαν δημόσιες εκδηλώσεις υποστήριξης για την απομάκρυνσή του, ο Τραμπ φέρεται να εντυπωσιάστηκε από την εκτίμηση του Grok, θεωρώντας το ιδιαίτερα αποτελεσματικό.

Ωστόσο, δεν έχει δημοσιοποιηθεί απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας ούτε υπάρχουν μέχρι στιγμής επαληθευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η απάντηση του συστήματος επηρέασε καθοριστικά την απόφαση για τη στρατιωτική επιχείρηση.

Οι ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια

Στην επιστολή τους, οι Ράσκιν και Γκαρσία χαρακτηρίζουν τις πληροφορίες ιδιαίτερα ανησυχητικές, υποστηρίζοντας ότι η αξιοποίηση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης για κρίσιμες κυβερνητικές αποφάσεις ενδέχεται να δημιουργεί κινδύνους για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι Δημοκρατικοί επισημαίνουν ότι ο Τραμπ φέρεται να συμβουλεύτηκε το Grok για ένα ζήτημα στρατιωτικής επέμβασης χωρίς προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου, το οποίο διαθέτει συνταγματικές αρμοδιότητες σε ζητήματα πολέμου.

Κατά την εκτίμησή τους, η χρήση ενός ιδιωτικά ελεγχόμενου συστήματος τεχνητής νοημοσύνης σε τέτοιες περιπτώσεις δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα, καθώς οι παραγόμενες απαντήσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα, ανακριβείς πληροφορίες ή να επηρεάζονται από τον τρόπο σχεδιασμού και λειτουργίας της τεχνολογίας.

Οι βουλευτές επικαλούνται επίσης δημοσιεύματα για περιπτώσεις κατά τις οποίες η αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης σε στρατιωτικές δραστηριότητες φέρεται να οδήγησε σε λανθασμένες εκτιμήσεις.

Μεταξύ αυτών αναφέρουν περιστατικό στο οποίο αμερικανικές στρατιωτικές υπηρεσίες φέρονται να αξιολόγησαν εσφαλμένα το φορτίο κινεζικού πλοίου στη Μέση Ανατολή, εξαιτίας πληροφοριών που είχαν παραχθεί με τη βοήθεια chatbot.

Παράλληλα, επικαλούνται δημοσιογραφικές έρευνες που εξέτασαν πιθανή υπερβολική εξάρτηση από τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν, μεταξύ των οποίων και πλήγμα σε σχολείο με μεγάλο αριθμό θυμάτων. Η ενδεχόμενη συμβολή των συγκεκριμένων τεχνολογιών στις αποφάσεις αυτές αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης και δεν έχει αποδειχθεί ότι ευθύνονται αυτοτελώς για τα περιστατικά.

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τη δυνατότητα πρόσβασης ιδιωτικών εταιρειών ή τρίτων προσώπων σε ευαίσθητες κυβερνητικές πληροφορίες, εφόσον αυτές εισάγονται σε εμπορικές εφαρμογές χωρίς επαρκείς δικλίδες προστασίας.

Τι ζητούν να αποκαλύψει ο Λευκός Οίκος

Οι δύο Δημοκρατικοί δεν περιορίζονται στην απαίτηση διατήρησης των συνομιλιών, αλλά ζητούν αναλυτική ενημέρωση για το πώς χρησιμοποιούνται τα chatbots από την αμερικανική προεδρία.

Συγκεκριμένα, επιδιώκουν να διαπιστώσουν ποιες διαδικασίες ακολουθούνται για την αρχειοθέτηση των ερωτήσεων και απαντήσεων, ποιες συμβάσεις έχουν συναφθεί με εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και αν οι πάροχοι διατηρούν πρόσβαση στα δεδομένα που καταχωρίζουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι.

Ζητούν ακόμη πληροφορίες για τους κανόνες που ισχύουν σχετικά με την εισαγωγή διαβαθμισμένων πληροφοριών σε τέτοιες πλατφόρμες, καθώς και για το εάν οι συνομιλίες ενδέχεται να χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.

Στα αιτήματα περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους λογαριασμούς που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Τραμπ, τη συμμετοχή ιδιωτών όπως ο Ίλον Μασκ στις σχετικές διαδικασίες και τους μηχανισμούς καταγραφής και ελέγχου της πρόσβασης στα ηλεκτρονικά αρχεία.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα μέτρα κυβερνοασφάλειας, στις αξιολογήσεις κινδύνου, στην εκπαίδευση του προσωπικού και στον εντοπισμό πιθανών περιστατικών διαρροής ή μη εξουσιοδοτημένης χρήσης δεδομένων.

Οι βουλευτές ζητούν να πραγματοποιηθεί κεκλεισμένων των θυρών ενημέρωση έως τις 11 Νοεμβρίου 2026, στις 17:00, ώστε οι αρμόδιες επιτροπές να εξετάσουν εάν απαιτούνται νομοθετικές ή άλλες διορθωτικές παρεμβάσεις.

Το νομικό ζήτημα και η απάντηση του Λευκού Οίκου

Η επιστολή επικαλείται τον Νόμο περί Προεδρικών Αρχείων (Presidential Records Act) του 1978, ο οποίος προβλέπει τη διατήρηση εγγράφων και άλλου υλικού που παράγεται ή λαμβάνεται από τον πρόεδρο και τους συνεργάτες του κατά την άσκηση των επίσημων καθηκόντων τους.

Κατά την ερμηνεία των Δημοκρατικών, τόσο οι ερωτήσεις που υποβάλλονται σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης όσο και οι παραγόμενες απαντήσεις εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία, όταν αφορούν κυβερνητικές δραστηριότητες.

Η επιστολή υπογραμμίζει ότι η υποχρέωση διαφύλαξης αυτών των αρχείων «δεν είναι προαιρετική», καθώς η διατήρησή τους θεωρείται αναγκαία για την ιστορική τεκμηρίωση και τον μελλοντικό έλεγχο των προεδρικών αποφάσεων.

Απαντώντας στα σχετικά ερωτήματα, εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου δήλωσε στο Politico ότι η αμερικανική προεδρία «διατηρεί όλα τα απαιτούμενα αρχεία σύμφωνα με τον νόμο».

Δεν διευκρινίστηκε, πάντως, εάν υπάρχουν αποθηκευμένα αντίγραφα των συνομιλιών που φέρεται να είχε ο Τραμπ με το Grok, ούτε εάν αυτά πρόκειται να τεθούν στη διάθεση των βουλευτών.

Η υπόθεση αναδεικνύει ένα νέο πεδίο κοινοβουλευτικού ελέγχου στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η αυξανόμενη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στη δημόσια διοίκηση και στην κυβερνητική λήψη αποφάσεων δημιουργεί ερωτήματα για τη διαφάνεια, την ασφάλεια των πληροφοριών και τη θεσμική λογοδοσία.