Οι επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ για την άμυνα, την Ουκρανία και τη Γροιλανδία δοκιμάζουν ακόμη και τους Ευρωπαίους πολιτικούς υποστηρικτές του.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, μετά την εκλογική του επικράτηση το 2024, είχε προκαλέσει ενθουσιασμό σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής εθνικιστικής και λαϊκιστικής Δεξιάς. Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, ωστόσο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει περιπλέξει τις σχέσεις της Ουάσιγκτον ακόμη και με πολιτικές δυνάμεις που αντιμετώπιζαν τον Αμερικανό πρόεδρο ως ιδεολογικό σύμμαχο.

Ο τότε πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, και η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι είχαν επενδύσει πολιτικά στη σχέση τους με τον Τραμπ. Ανάλογα θετικά μηνύματα είχαν εκπέμψει η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), η ηγεσία του πολωνικού Νόμου και Δικαιοσύνης (PiS) υπό τον Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, ο Σλοβάκος πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίτσο και η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία.

Η γερμανική AfD είχε αναπτύξει ιδιαίτερα στενές πολιτικές επαφές με πρόσωπα του αμερικανικού συντηρητικού χώρου, ενώ ο Ίλον Μασκ είχε εκφράσει δημόσια την υποστήριξή του στο κόμμα. Για τις συγκεκριμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις, η δεύτερη προεδρία Τραμπ φαινόταν να ευνοεί πολιτικές αυστηρού ελέγχου της μετανάστευσης, ενίσχυσης της εθνικής κυριαρχίας και αμφισβήτησης παραδοσιακών υπερεθνικών θεσμών.

Η σύγκλιση αυτή, όμως, δεν αποδείχθηκε αρκετή για να εξασφαλίσει ευνοϊκή μεταχείριση από την Ουάσιγκτον στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας.

Από τη διπλωματική προσέγγιση στους δύσκολους συμβιβασμούς

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες που είχαν αντιμετωπίσει με επιφυλακτικότητα την επανεκλογή Τραμπ επέλεξαν διαφορετική προσέγγιση. Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επιχείρησαν να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας, περιορίζοντας τις δημόσιες αντιπαραθέσεις.

Η πρώτη επίσκεψη του Μερτς στην Ουάσιγκτον αποτύπωσε την προσπάθεια διαχείρισης μιας δύσκολης πολιτικής σχέσης, ενώ η εμπορική συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών στη Σκωτία, τον Ιούλιο του 2025, ανέδειξε την προθυμία των Βρυξελλών να προχωρήσουν σε συμβιβασμούς προκειμένου να αποτραπεί μια ευρύτερη εμπορική σύγκρουση.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική βασίστηκε στην εκτίμηση ότι η προσωπική διπλωματία και η αναγνώριση του πολιτικού βάρους του Αμερικανού προέδρου θα μπορούσαν να περιορίσουν τις εντάσεις.

Η εξέλιξη των σχέσεων, πάντως, ανέδειξε τα όρια αυτής της τακτικής. Οι διαφωνίες για την εμπορική πολιτική, την άμυνα και τις εγγυήσεις ασφαλείας εξακολούθησαν να δοκιμάζουν τη συνοχή της διατλαντικής συνεργασίας.

Το κόστος της άμυνας και η κρίση με τη Γροιλανδία

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία τριβής υπήρξε η απαίτηση του Τραμπ να αναλάβουν οι Ευρωπαίοι μεγαλύτερο μέρος των αμυντικών δαπανών τους.

Στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη, τον Ιούνιο του 2025, οι σύμμαχοι δεσμεύθηκαν να αυξήσουν τις συνολικές αμυντικές και συναφείς δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Η απόφαση ενίσχυσε την πίεση στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ήδη αυξημένες κοινωνικές και δημοσιονομικές ανάγκες.

Αντίστοιχη μεταβολή σημειώθηκε στη στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας. Μέσω του μηχανισμού PURL, ευρωπαϊκές χώρες και άλλοι σύμμαχοι χρηματοδοτούν την προμήθεια αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού που παραδίδεται στο Κίεβο.

Η νέα κατανομή του οικονομικού βάρους έχει ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Πολωνία, όπου η διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας θεωρείται κρίσιμο στοιχείο της εθνικής ασφάλειας.

Ακόμη μεγαλύτερη αμηχανία προκάλεσαν οι αμερικανικές διεκδικήσεις για τη Γροιλανδία. Οι απειλές του Τραμπ να αποκτήσει τον έλεγχο του αυτόνομου εδάφους της Δανίας, ακόμη και χωρίς να αποκλείει αρχικά τη χρήση στρατιωτικής ισχύος, έφεραν σε δύσκολη θέση τόσο τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όσο και πολιτικούς που είχαν στηρίξει την προεδρία του.

Μολονότι ο Αμερικανός πρόεδρος απέκλεισε αργότερα το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης, το επεισόδιο ανέδειξε πόσο εύκολα μια διαφωνία μεταξύ συμμάχων μπορεί να μετατραπεί σε κρίση για την ίδια τη συνοχή του ΝΑΤΟ.

Ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη διατλαντική συνεργασία, επιδιώκοντας να αποτρέψει μια βαθύτερη ρήξη. Η στάση του, ωστόσο, υπενθυμίζει και τις μεταβολές που έχουν συντελεστεί στην ευρωπαϊκή αντίληψη περί ασφάλειας.

Στις 8 Νοεμβρίου 2011, ο Ρούτε, τότε πρωθυπουργός της Ολλανδίας, συμμετείχε στα εγκαίνια του αγωγού Nord Stream στο Λούμπμιν της Γερμανίας, μαζί με την Άνγκελα Μέρκελ και τον τότε Ρώσο πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεφ. Το έργο παρουσιαζόταν τότε ως σημαντικός ενεργειακός σύνδεσμος Ευρώπης και Ρωσίας, πριν από τη ριζική αναθεώρηση της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Η ήττα του Όρμπαν και τα όρια της υποστήριξης Τραμπ

Η περίπτωση του Βίκτορ Όρμπαν ανέδειξε και τα πολιτικά όρια της αμερικανικής υποστήριξης.

Ο Ούγγρος πολιτικός, που είχε καλλιεργήσει στενή σχέση με τον Τραμπ και είχε υιοθετήσει αρκετά στοιχεία της πολιτικής του ρητορικής, ηττήθηκε στις βουλευτικές εκλογές της 12ης Απριλίου 2026, ύστερα από 16 χρόνια στην εξουσία.

Η νίκη του κόμματος Tisza, υπό τον Πέτερ Μάγιαρ, αποτέλεσε πλήγμα για έναν από τους στενότερους Ευρωπαίους συμμάχους του Αμερικανού προέδρου. Παρά τη διεθνή προβολή της σχέσης τους, η πολιτική υποστήριξη της Ουάσιγκτον δεν αποδείχθηκε ικανή να αντιστρέψει τις εσωτερικές εκλογικές τάσεις στην Ουγγαρία.

Για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις που διατηρούν ιδεολογική συγγένεια με τον τραμπισμό, η εξέλιξη αναδεικνύει ένα ευρύτερο δίλημμα: πώς μπορούν να διατηρούν τη σχέση τους με τον Αμερικανό πρόεδρο, όταν συγκεκριμένες επιλογές του έρχονται σε αντίθεση με τα εθνικά συμφέροντα που οι ίδιες επικαλούνται.

Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Το ενδιαφέρον των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στρέφεται πλέον στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, από τις οποίες θα προκύψουν οι νέοι συσχετισμοί στο Κογκρέσο.

Μια ενδεχόμενη απώλεια της πλειοψηφίας των Ρεπουμπλικανών σε ένα ή και στα δύο νομοθετικά σώματα θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα του Τραμπ να προωθεί ορισμένες εσωτερικές πολιτικές του. Δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι θα μεταβληθεί αυτομάτως η στάση του απέναντι στην Ευρώπη, τη Ρωσία ή την Ουκρανία.

Ούτε η διατήρηση του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων θα έδινε ασφαλή απάντηση για την εξέλιξη των διατλαντικών σχέσεων. Η εξωτερική πολιτική του Λευκού Οίκου έχει ήδη αποδειχθεί δύσκολα προβλέψιμη, ενώ μεγάλο μέρος των αμερικανικών αποφάσεων σε ζητήματα διεθνούς ασφάλειας παραμένει στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ουσιαστικό πρόβλημα υπερβαίνει την έκβαση μιας αμερικανικής εκλογικής αναμέτρησης. Αφορά τη δυνατότητά της να διαμορφώσει συνεκτική στρατηγική για την άμυνα, την οικονομία και την εξωτερική πολιτική της, σε μια περίοδο κατά την οποία οι παραδοσιακές βεβαιότητες της διατλαντικής συνεργασίας αμφισβητούνται.

Πέντε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες μπροστά στις κάλπες

Η αναζήτηση κοινής ευρωπαϊκής στρατηγικής περιπλέκεται από τον πυκνό εκλογικό κύκλο που ακολουθεί σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα κράτη-μέλη.

Στην Ισπανία έχουν προγραμματιστεί πρόωρες βουλευτικές εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου 2026, ενώ στη Γαλλία ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών θα πραγματοποιηθεί στις 18 Απριλίου 2027 και ο δεύτερος στις 2 Μαΐου.

Μέσα στο 2027 αναμένονται επίσης σημαντικές κρατιδιακές εκλογές στη Γερμανία και βουλευτικές αναμετρήσεις στην Ιταλία και την Πολωνία.

Οι εκλογικές αυτές διαδικασίες θα επηρεάσουν τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη, καθώς οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα την οικονομική πίεση, τις αμυντικές ανάγκες και τις διεκδικήσεις των αντιπολιτευόμενων κομμάτων.

Στο βάθος βρίσκεται και η αναμέτρηση των ευρωεκλογών του 2029, από την οποία θα προκύψει η σύνθεση του νέου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την ανάδειξη της επόμενης Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 2029, θα έχει αναλάβει καθήκοντα ο πρόεδρος που θα εκλεγεί στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 2028.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν περιορίζεται στο πώς θα αντιδράσει ο Τραμπ στο αποτέλεσμα των αυριανών εκλογών. Είναι κατά πόσον η Ευρώπη θα μπορέσει να διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη πολιτική απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανεξάρτητα από την εκάστοτε ηγεσία του Λευκού Οίκου.