Την ώρα που ο Ανδρουλάκης επιμένει στα περί «διπλωματικής ήττας», ο Βενιζέλος αναδεικνύει την παρέμβαση Μητσοτάκη στον ΟΗΕ και στέλνει μήνυμα…

Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί να κάνει πολιτικό παιχνίδι πάνω στα εθνικά θέματα. Και ενώ κάθε φορά πηγαίνει… κουβά, επιμένει να κατηγορεί τον πρωθυπουργό για δήθεν «διπλωματικές ήττες», όπως στην περίπτωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, το οποίο έχουν αποδομήσει πλέον η ΕΕ, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχώρησε σε μια εθνική παρέμβαση από το βήμα του ΟΗΕ, στο πλαίσιο της προεδρίας που άσκησε η Ελλάδα, αναδεικνύοντας το θέμα και το γεγονός ότι είναι παράτυπο, άκυρο και δεν προκαλεί τετελεσμένα. Ούτε όμως αυτό έκανε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ν’ αλλάξει στάση αφού ενδεχομένως στο κόμμα του να θεωρούν πως μπορούν να προκαλέσουν φθορά για ένα θέμα εθνικό για το οποίο απαιτούνται συγκεκριμένη χειρισμοί.

Ήρθε όμως και ο Ευάγγελος Βενιζέλος –που αν μη τι άλλο δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι λειτουργεί υποστηρικτικά στην κυβέρνηση της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη– και με άρθρο του στην εφημερίδα «Το Βήμα» επισημαίνει τη σημασία της παρέμβασης του πρωθυπουργού, ενώ παράλληλα στέλνει και μήνυμα για τα εθνικά θέματα και τη μικροκομματική εκμετάλλευσή τους στο πλαίσιο της παρατεταμένης προεκλογική περιόδου.

Στο άρθρο του αναφέρεται συνολικά και στις σχέσεις με την Τουρκία και στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται τα πράγματα, οι συμμαχίες, οι αναδιατάξεις και οι αναταραχές στην ευρύτερη περιοχή.

«Ο πρωθυπουργός παρουσίασε με πληρότητα τις ελληνικές θέσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο στις 29 Οκτωβρίου 2026 στο ΣΑ κατά τη διάρκεια ανοιχτής συζήτησης υψηλού επιπέδου με θέμα: “Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια: επιπτώσεις στην ειρήνη και την ασφάλεια”» αναφέρει μεταξύ άλλων ο Ευάγγελος Βενιζέλος.

Επισημαίνει επίσης και τα εξής: «Η μακρά προεκλογική περίοδος στην οποία έχουμε ήδη εισέλθει, με ένταση και πάθος, δεν επιτρέπει ούτε στρατηγικό αναστοχασμό ούτε αισιοδοξία για ευρύτερες συναινέσεις ως προς την εθνική στρατηγική ακόμη και αν διαπιστώνονται συγκλίσεις ως προς το εθνικό αφήγημα που έχουν και αυτές τη σημασία τους. Επειδή όμως ο χρόνος των διεθνών εξελίξεων δεν υποχωρεί ενώπιον του εσωτερικού πολιτικού χρόνου, είναι επιβεβλημένο τουλάχιστον να έχουμε υπόψη μας τα δεδομένα και τα ερωτήματα, ακόμη και αν αυτά δεν μπορεί να καταστούν άμεσα αντικείμενο δημόσιας συζήτησης με ιστορικούς και όχι συγκυριακούς όρους».