Η πολιτική αμηχανία του ΠΑΣΟΚ απέναντι στην επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα αποκτά πλέον χαρακτηριστικά εσωκομματικού προβλήματος.
Και αυτή τη φορά δεν προέρχεται από κάποιον πολιτικό αντίπαλο, ούτε από την πλευρά της ΕΛΑΣ, αλλά από το ίδιο το εσωτερικό του κόμματος. Ο Μιχάλης Κατρίνης, με την παρέμβασή του στο Πολιτικό Συμβούλιο, έρχεται να αμφισβητήσει στην πράξη τη λογική των πολιτικών αποστάσεων που επιχειρεί να επιβάλει ο Νίκος Ανδρουλάκης, ανοίγοντας παράθυρο διαλόγου με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: Πώς μπορεί η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να αντιμετωπίζει την ΕΛΑΣ ως πολιτικό αντίπαλο και ταυτόχρονα ένα κορυφαίο στέλεχός της να υποστηρίζει ότι πρέπει να αναζητηθούν δίαυλοι επικοινωνίας και πιθανές συγκλίσεις; Ποιος τελικά καθορίζει την πολιτική γραμμή του κόμματος; Η ηγεσία ή η πραγματικότητα που διαμορφώνεται στο πολιτικό σκηνικό;
Ο Κατρίνης έθεσε το ζήτημα χωρίς περιστροφές. Το ΠΑΣΟΚ, εφόσον δεν μπορεί να εξασφαλίσει αυτοδυναμία, οφείλει να προετοιμάσει από τώρα το έδαφος για μετεκλογικές συνεργασίες. Και σε αυτή την εξίσωση η ΕΛΑΣ δεν μπορεί να απουσιάζει. Δεν είναι, άλλωστε, πολλά τα κόμματα που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν έναν ευρύτερο προοδευτικό πόλο με κυβερνητική προοπτική.
Πρόκειται για μια πολιτική παραδοχή που εκθέτει τη στρατηγική της Χαριλάου Τρικούπη. Γιατί αν ο βασικός στόχος είναι η πολιτική αλλαγή και η απομάκρυνση της Νέας Δημοκρατίας από την εξουσία, τότε οι συνεργασίες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ανεπιθύμητη συζήτηση, ούτε να εξαρτώνται από το αν ο Αλέξης Τσίπρας προκαλεί πολιτική δυσφορία στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.
Το δίλημμα της Χαριλάου Τρικούπη
Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει επενδύσει πολιτικά στην αυτονομία του ΠΑΣΟΚ και στην προσπάθεια να αναδειχθεί το κόμμα ως ο μοναδικός αξιόπιστος εναλλακτικός πόλος απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μόνο που η πολιτική αυτονομία δεν ταυτίζεται με την πολιτική απομόνωση. Και η διεκδίκηση της πρωτιάς δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Εάν επιμείνει σε μια γραμμή αποκλεισμών, κινδυνεύει να εμφανιστεί ως ο αρχηγός ενός κόμματος που διεκδικεί την εξουσία χωρίς να έχει απάντηση για τον τρόπο με τον οποίο θα την ασκήσει. Εάν, από την άλλη, αποδεχθεί την ανάγκη διαλόγου με την ΕΛΑΣ, θα πρέπει να εξηγήσει γιατί μέχρι σήμερα η πολιτική αντιπαράθεση με τον Τσίπρα έχει πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις. Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν η συζήτηση δεν περιορίζεται στις θεωρητικές δυνατότητες συνεργασίας, αλλά αφορά την πολιτική επιβίωση και την κυβερνητική προοπτική του ευρύτερου προοδευτικού χώρου.
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην πολιτική σκηνή έχει ανατρέψει τις ισορροπίες. Η συγκρότηση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης δημιουργεί έναν νέο πόλο, ο οποίος διεκδικεί ρόλο πρωταγωνιστή στην ανασύνθεση της αντιπολίτευσης. Και αυτό είναι που προκαλεί νευρικότητα στη Χαριλάου Τρικούπη.
Η αντιπαράθεση των προηγούμενων εβδομάδων, με αφορμή τις επιθέσεις του Θανάση Καρτερού στον Ανδρουλάκη και τις εκατέρωθεν αιχμές, έδειξε πόσο εύκολα η συζήτηση για την πολιτική αλλαγή μετατρέπεται σε προσωπική σύγκρουση. Ο Τσίπρας επιχείρησε να διαχωρίσει τη θέση του, υποστηρίζοντας ότι αντίπαλός του είναι ο Μητσοτάκης και όχι ο Ανδρουλάκης. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, αντίθετα, επέμεινε στην καταγγελία της τακτικής της ΕΛΑΣ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η παρέμβαση Κατρίνη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεννόησης με τον Τσίπρα. Το είχε κάνει και τον περασμένο Ιούνιο, όταν είχε χαρακτηρίσει την ΕΛΑΣ δυνητικό συνομιλητή του ΠΑΣΟΚ, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσει το πρόγραμμά της. Τώρα, όμως, η τοποθέτηση αποκτά διαφορετικό βάρος, καθώς μεταφέρεται στο τραπέζι του Πολιτικού Συμβουλίου.
Σχέδιο για την επόμενη ημέρα
Η ουσία είναι ότι το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό δίλημμα που δεν μπορεί να κρύψει πίσω από συνθήματα περί αυτονομίας. Θέλει να είναι πρώτο κόμμα και να διεκδικήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρει, θέλει να παραμείνει ο κεντρικός διαχειριστής της επόμενης ημέρας. Μόνο που η πολιτική πραγματικότητα μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο σύνθετη από τους σχεδιασμούς της ηγεσίας.
Ο Κατρίνης, ουσιαστικά, λέει στον Ανδρουλάκη ότι δεν αρκεί να καταγγέλλεις τον Τσίπρα, να κρατάς αποστάσεις και να περιμένεις τις εκλογές. Πρέπει να έχεις σχέδιο για το τι θα κάνεις μετά. Και αυτό το σχέδιο προϋποθέτει συζητήσεις, πολιτικές συγκλίσεις και συγκεκριμένες απαντήσεις.
Το γεγονός, μάλιστα, ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, η πρότασή του δεν προκάλεσε αντιδράσεις στο Πολιτικό Συμβούλιο, είναι επίσης αξιοσημείωτο. Δείχνει ότι η συζήτηση για τις συνεργασίες δεν αποτελεί πλέον περιθωριακή άποψη, αλλά ζήτημα που αρχίζει να αποκτά θέση στον εσωκομματικό προβληματισμό.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Ανδρουλάκη, λοιπόν, δεν είναι ότι ο Κατρίνης ανοίγει την πόρτα στον Τσίπρα. Είναι ότι αποκαλύπτει πόσο δύσκολο είναι να παραμείνει κλειστή. Γιατί στην πολιτική μπορείς να διεκδικείς την πρωτιά, να υπερασπίζεσαι την αυτονομία σου και να απορρίπτεις τις προσωπικές φιλοδοξίες άλλων. Δεν μπορείς, όμως, να ζητάς από τους πολίτες να σε εμπιστευτούν ως δύναμη πολιτικής αλλαγής και ταυτόχρονα να αποφεύγεις να απαντήσεις με ποιους και με ποιους όρους σκοπεύεις να την πραγματοποιήσεις.
Και κάπου εδώ η παρέμβαση Κατρίνη μετατρέπεται σε κάτι πολύ περισσότερο από μια πρόταση συνεργασίας. Γίνεται ένα πολιτικό μήνυμα προς την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ: οι εκλογές δεν κερδίζονται με αποκλεισμούς, ούτε η επόμενη ημέρα οικοδομείται με προσωπικούς λογαριασμούς. Ο Ανδρουλάκης καλείται πλέον να απαντήσει όχι μόνο στον Τσίπρα, αλλά και στο ίδιο του το κόμμα.