Ο Νίκος Ανδρουλάκης επενδύει στις μεταγραφές και τη διεύρυνση του ΠΑΣΟΚ, διεκδικώντας την πρωτοκαθεδρία στην Κεντροαριστερά χωρίς σαφή ιδεολογική πυξίδα.
Με το βλέμμα στραμμένο στις επόμενες εθνικές εκλογές, με την πίεση των δημοσκοπήσεων, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί να αναβαθμίσει τον πολιτικό ρόλο του ΠΑΣΟΚ και να εμφανιστεί ως ο αδιαμφισβήτητος επικεφαλής της Κεντροαριστεράς. Η επιχείρηση προσέλκυσης νέων στελεχών, με τις διαδοχικές ανακοινώσεις προσχωρήσεων και τα πρόσωπα που παρουσιάζονται ως πολιτικές εκπλήξεις, αποτελεί βασικό εργαλείο αυτής της στρατηγικής. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι πόσοι θα προστεθούν στο κομμα, αλλά τι ακριβώς εκπροσωπεί η νέα πολιτική συμμαχία που επιχειρεί να συγκροτήσει η Χαριλάου Τρικούπη. Χωρίς σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά και συγκεκριμένες πολιτικές προτεραιότητες, η πολυδιαφημισμένη ανανέωση κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια παρέλαση προσώπων, την ώρα που ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ φιλοδοξεί να πείσει ότι διαθέτει όχι μόνο τις προϋποθέσεις να διεκδικήσει την ηγεμονία στον χώρο του, αλλά και μια ολοκληρωμένη πρόταση διακυβέρνησης.
Η αγωνία του Νίκου Ανδρουλάκη να κατοχυρώσει την πρωτοκαθεδρία στην Κεντροαριστερά φαίνεται πως έχει μετατρέψει τη διεύρυνση του ΠΑΣΟΚ σε μια επιχείρηση πολιτικής αριθμητικής, στην οποία το ζητούμενο δεν είναι τόσο η ιδεολογική συνοχή όσο η προσθήκη νέων ονομάτων στη βιτρίνα της παράταξης. Οι ανακοινώσεις των 15 νέων προσώπων, με το περιβόητο όνομα-έκπληξη που προαναγγέλλεται, αντιμετωπίζονται περίπου ως πολιτικό τρόπαιο. Μόνο που η διεύρυνση δεν μετριέται με το πλήθος των προσώπων που φωτογραφίζονται δίπλα στον αρχηγό, αλλά με το πολιτικό βάρος και τη σαφήνεια των θέσεων που εκπροσωπούν.
Στη Χαριλάου Τρικούπη μοιάζουν να έχουν επενδύσει σε μια λογική μεταγραφών, σαν να πρόκειται για μεταγραφική περίοδο στην οποία κάθε νέο πρόσωπο προσθέτει αυτομάτως πόντους στο πολιτικό χρηματιστήριο του ΠΑΣΟΚ. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: ποιο είναι το κοινό ιδεολογικό και πολιτικό έδαφος όλων αυτών των προσχωρήσεων; Ποια είναι η συνεκτική πρόταση που τους ενώνει και ποιο ακριβώς πολιτικό στίγμα καλούνται να υπηρετήσουν; Γιατί η συλλογή προσώπων δεν ισοδυναμεί με πολιτική διεύρυνση, ιδιαίτερα όταν απουσιάζει ένα ευδιάκριτο πλαίσιο αρχών και προτεραιοτήτων.
Η διεύρυνση ως διαρκής αγώνας εντυπώσεων
Ο Ανδρουλάκης, από την πλευρά του, δείχνει να αντιμετωπίζει την πρωτοκαθεδρία στην Κεντροαριστερά ως προσωπικό πολιτικό στοίχημα. Η ανάγκη να εμφανιστεί το ΠΑΣΟΚ ως ο αδιαμφισβήτητος πόλος ανασύνταξης του χώρου φαίνεται να προηγείται της ουσιαστικής συζήτησης για το τι πρεσβεύει η παράταξη και ποιο ακροατήριο θέλει τελικά να εκπροσωπήσει. Έτσι, η διεύρυνση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε έναν διαρκή αγώνα εντυπώσεων, όπου η κάθε ανακοίνωση νέας προσχώρησης καλείται να καλύψει το κενό μιας ευρύτερης πολιτικής αφήγησης.
Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να φορέσει το κοστούμι της εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης, ανεβάζοντας τους τόνους για ζητήματα όπως η προστασία των δανειοληπτών και η νομοθεσία για τα funds. Η κατάθεση τροπολογίας και η πρόσκληση προς τον πρωθυπουργό να βρεθεί στη Βουλή εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια ανάδειξης ενός κόμματος που θέλει να εμφανίζεται έτοιμο να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες. Ωστόσο, η κοινοβουλευτική αντιπαράθεση και οι επιθετικές δηλώσεις δεν υποκαθιστούν την ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο, κοστολογημένο και πειστικό κυβερνητικό σχέδιο. Η διεκδίκηση της εξουσίας απαιτεί κάτι πολύ περισσότερο από μια σειρά αντιπολιτευτικών πρωτοβουλιών.
Κάπως έτσι, η επιχείρηση διεύρυνσης του ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να θυμίζει περισσότερο αγώνα για την κατοχύρωση πολιτικών εντυπώσεων παρά συγκροτημένη προσπάθεια ανανέωσης. Ο Ανδρουλάκης μπορεί να προσθέτει ονόματα, να οργανώνει ανακοινώσεις και να διεκδικεί τον τίτλο του πρωταγωνιστή στην Κεντροαριστερά, αλλά η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται αλλού: αν μπορεί να ενώσει διαφορετικές πολιτικές διαδρομές σε μια παράταξη με καθαρή ταυτότητα, συγκεκριμένο ιδεολογικό προσανατολισμό και αξιόπιστη κυβερνητική πρόταση. Γιατί η πρωτοκαθεδρία δεν κερδίζεται με μεταγραφές και επικοινωνιακές παρουσιάσεις, αλλά με πολιτική πειθώ.