Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ανεβάζει τους τόνους, μοιράζει αιχμές και εξαγγέλλει πρωτοβουλίες, αλλά εξακολουθεί να αναζητά πειστικό κυβερνητικό αφήγημα.
Ο «θυμωμένος» Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίστηκε ξανά στο Πολιτικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ, με σκληρές καταγγελίες για το ιδιωτικό χρέος, αιχμές για την πολιτική επικαιρότητα και νέες εξαγγελίες. Πίσω, όμως, από την ένταση της αντιπολιτευτικής ρητορικής παραμένει το μεγάλο ερώτημα: πού βρίσκεται το ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο που θα τον μετατρέψει από καταγγέλλοντα σε διεκδικητή της εξουσίας;
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιλέγει την πολιτική ένταση και τις καταγγελίες, επιχειρώντας να ενισχύσει το αντιπολιτευτικό προφίλ του. Ωστόσο, οι εξαγγελίες, οι επιτροπές και οι προτάσεις νόμου δεν αρκούν για να καλύψουν την ανάγκη ενός πειστικού κυβερνητικού σχεδίου.
Καταγγελίες, εξαγγελίες και η γνωστή απόσταση από την εξουσία
Για ακόμη μία φορά, ο Νίκος Ανδρουλάκης επέλεξε να επενδύσει στην καταγγελία, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως ο εκφραστής μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Στο Πολιτικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ, τοποθέτησε στο επίκεντρο το ιδιωτικό χρέος, τους δανειολήπτες και τα funds, ζητώντας την απόσυρση του άρθρου 23. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι πόσο έντονα μπορεί να περιγράψει ένα πρόβλημα, αλλά κατά πόσο μπορεί να πείσει ότι διαθέτει την πολιτική επάρκεια και την αποφασιστικότητα να το αντιμετωπίσει.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ μίλησε για «παγίδα» και «εκβιασμό» των δανειοληπτών, αντιπαραβάλλοντας την πρόταση νόμου του κόμματός του. Μόνο που η πολιτική δεν κρίνεται από τον αριθμό των προτάσεων νόμου ούτε από την ένταση των χαρακτηρισμών. Κρίνεται από τη δυνατότητα να διαμορφώσεις πλειοψηφίες, να εξηγήσεις το πραγματικό κόστος των επιλογών σου και να αποδείξεις ότι οι λύσεις που προτείνεις είναι εφαρμόσιμες. Διαφορετικά, η αντιπολίτευση κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια διαρκή άσκηση κοινοβουλευτικής ρητορικής, με εύκολους αποδέκτες και δύσκολες απαντήσεις.
Ανάλογη ήταν η προσπάθεια να αναδείξει την παρουσία του Ηλία Κασιδιάρη ως μείζον πολιτικό ζήτημα, με τον Ανδρουλάκη να διεκδικεί ρόλο θεματοφύλακα της δημοκρατικής νομιμότητας. Πρόκειται ασφαλώς για ένα ζήτημα που απαιτεί θεσμική σοβαρότητα και καθαρές θέσεις. Ωστόσο, η διαρκής αναζήτηση πολιτικού κεφαλαίου μέσα από ηχηρές παρεμβάσεις δεν υποκαθιστά την ανάγκη να παρουσιάσει ένα συνεκτικό σχέδιο για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Η πολιτική αξιοπιστία δεν οικοδομείται μόνο με καταγγελίες, ακόμη κι όταν αυτές αφορούν ευαίσθητα ζητήματα.
Την ίδια στιγμή, το πρόγραμμα δράσεων που ανακοίνωσε, από την «Ελλάδα που παράγει» μέχρι τη στεγαστική πολιτική και τα ζητήματα αναπηρίας, επιχειρεί να δώσει εικόνα κινητικότητας και οργανωτικής ανασυγκρότησης. Είναι θεμιτό να ανοίγουν θεματικές και να συγκροτούνται ομάδες εργασίας. Το κρίσιμο, όμως, είναι τι ακριβώς θα προκύψει από αυτές. Η πολιτική δεν είναι ημερολόγιο εκδηλώσεων, ούτε η συγκρότηση επιτροπών συνιστά από μόνη της παραγωγή πολιτικής. Οι πολίτες περιμένουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις, μετρήσιμους στόχους και απαντήσεις που να αντέχουν πέρα από την αίθουσα ενός κομματικού οργάνου.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης εξακολουθεί να αναζητά τον βηματισμό του ανάμεσα στον ρόλο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης του εαυτού του και στην αξίωση να αποτελέσει κυβερνητική εναλλακτική. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ασκεί κριτική, αλλά ότι η κριτική από μόνη της δεν αρκεί για να γεννήσει πολιτική δυναμική. Χρειάζεται σαφές στίγμα, πειστικό σχέδιο και κυρίως ηγετική αυτοπεποίθηση. Γιατί η πολιτική αλλαγή που επικαλείται δεν μπορεί να παραμένει ένα σύνθημα προς επανάληψη. Πρέπει κάποια στιγμή να αποκτήσει περιεχόμενο που να πείθει ότι μπορεί να γίνει πράξη.