Εσωκομματικές αντιδράσεις προκαλεί η βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ, με στελέχη του κόμματος να επιρρίπτουν ευθύνες στον Ντόναλντ Τραμπ.

Η απώλεια του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου έχει πυροδοτήσει έντονη αντιπαράθεση στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, καθώς ακόμη και στενοί σύμμαχοι του Αμερικανού προέδρου αρχίζουν να αμφισβητούν τις πολιτικές επιλογές και τη συμπεριφορά του.

Σύμφωνα με το POLITICO, ο πόλεμος στο Ιράν, η αύξηση των τιμών στα καύσιμα και στα τρόφιμα, αλλά και το προσωπικό ύφος του Τραμπ συγκαταλέγονται στους παράγοντες στους οποίους αποδίδουν την ήττα στελέχη των Ρεπουμπλικανών. Αντίθετα, ο Λευκός Οίκος και συνεργάτες του προέδρου στρέφουν την κριτική τους κυρίως στους υποψηφίους του κόμματος.

Ρωγμές στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μετά τις εκλογές

Η έκταση των εκλογικών απωλειών, που έφτασαν ακόμη και σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικά προπύργια, όπως το Τέξας, η Νότια Καρολίνα, η Αϊόβα και το Κάνσας, έχει εντείνει τον προβληματισμό για την πολιτική κατεύθυνση του κόμματος.

«Στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα βρίσκεται σε εξέλιξη μια μικρή εσωτερική αναμέτρηση για την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει», δήλωσε ο Ματ Ντόουλ, πρόεδρος της τοπικής οργάνωσης των Ρεπουμπλικανών στην κομητεία Λίκινγκ του Οχάιο.

Όπως εκτίμησε, ένα τμήμα του κόμματος θα επιδιώξει «επιστροφή στην κανονικότητα», διατηρώντας τις βασικές πολιτικές θέσεις του Τραμπ, αλλά αποστασιοποιούμενο από το προσωπικό του ύφος.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση του Μπόμπι Τσαρλς, Ρεπουμπλικανού υποψηφίου που ηττήθηκε στην αναμέτρηση για τη θέση του κυβερνήτη του Μέιν.

«Ακούγεται κάπως ειρωνικό», δήλωσε στο POLITICO, προσθέτοντας ότι παραμένει αισιόδοξος για το μέλλον, «επειδή ο Τραμπ θα αποχωρήσει σε δύο χρόνια».

Ο Λευκός Οίκος δεν ανταποκρίθηκε αμέσως σε αίτημα του αμερικανικού μέσου για σχολιασμό.

Ο Τραμπ κατηγορεί τους υποψηφίους και το Fox News

Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ απέφυγε να αναλάβει προσωπική ευθύνη για το εκλογικό αποτέλεσμα, αποδίδοντας την ήττα σε σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων το Fox News, οι αποκαλούμενοι RINO, δηλαδή Ρεπουμπλικανοί μόνο κατ' όνομα, και υποψήφιοι που, κατά την εκτίμησή του, δεν πραγματοποίησαν αποτελεσματική προεκλογική εκστρατεία.

Ο Αμερικανός πρόεδρος επιτέθηκε ειδικότερα στον απερχόμενο κυβερνήτη του Τέξας, Γκρεγκ Άμποτ, χαρακτηρίζοντάς τον «RINO», ενώ ισχυρίστηκε ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα είχαν εξασφαλίσει «σαρωτική νίκη» εάν ο ίδιος ήταν υποψήφιος.

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε ο σύμβουλός του, Άλεξ Μπρούσεβιτς, ο οποίος χαρακτήρισε αρκετούς Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους «αδιάφορους, τεμπέληδες και εντελώς ανίκανους να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά με τους ψηφοφόρους».

Ως παράδειγμα ανέφερε τον βουλευτή της Τζόρτζια Μάικ Κόλινς, ο οποίος διεκδίκησε τη Γερουσία απέναντι στον Δημοκρατικό Τζον Όσοφ, χωρίς να καταφέρει στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου να περιορίσει ουσιαστικά τη δημοσκοπική διαφορά.

Ο Μπρούσεβιτς εξέφρασε επίσης τη δυσαρέσκειά του για υποψηφίους που, όπως ανέφερε, επιβιβάστηκαν στο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One και αποχώρησαν από τις πολιτείες τους πέντε ημέρες πριν από τις εκλογές, παρότι ο Τραμπ είχε επισκεφθεί τις περιοχές τους για να τους υποστηρίξει.

Κατά τον ίδιο, η επί μία δεκαετία πολιτική επιρροή του προέδρου επέτρεψε σε πολλούς Ρεπουμπλικανούς να εξασφαλίζουν ευκολότερα το κομματικό χρίσμα και να αποφεύγουν δύσκολες εκλογικές αναμετρήσεις.

«Είναι τόσο εξαρτημένοι και τόσο προσκολλημένοι στον πρόεδρο», υποστήριξε, εκτιμώντας ότι αρκετοί έχουν πλέον ξεχάσει τις βασικές αρχές της προεκλογικής οργάνωσης και της επικοινωνίας στην ψηφιακή εποχή.

Κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης είχαν ήδη προϊδεάσει για αυτή την επιχειρηματολογία σε συνεντεύξεις τους στο POLITICO πριν από την ψηφοφορία.

«Τεμπέλικη δικαιολογία» η επίρριψη ευθυνών στους υποψηφίους

Η εξήγηση του περιβάλλοντος Τραμπ προκάλεσε αντιδράσεις μεταξύ Ρεπουμπλικανών που συμμετείχαν ενεργά στις προεκλογικές εκστρατείες.

Στέλεχος του κόμματος χαρακτήρισε «τεμπέλικη δικαιολογία» την απόδοση της ήττας αποκλειστικά στην ποιότητα των υποψηφίων, επισημαίνοντας ότι ακόμη και ο πρόεδρος της Εθνικής Ρεπουμπλικανικής Επιτροπής για τις εκλογές στη Βουλή των Αντιπροσώπων (NRCC) έχασε τη δική του αναμέτρηση.

Κριτική διατυπώθηκε και για την απόδοση του απερχόμενου Κογκρέσου, το οποίο ελεγχόταν από τους Ρεπουμπλικανούς.

Η Τζίνα Σβόμποντα, πρώην πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στην Αριζόνα και επί χρόνια σύμμαχος του Τραμπ, ζήτησε ουσιαστική επανεξέταση των πολιτικών προτεραιοτήτων του κόμματος.

«Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα πρέπει να κάνει μια ουσιαστική συζήτηση για το πώς θα ακούσει τους ψηφοφόρους και θα προωθήσει πολιτικές μεταρρυθμίσεις που θα έχουν πραγματικό αντίκτυπο στη ζωή τους», δήλωσε.

Η ίδια υποστήριξε ότι το απερχόμενο Κογκρέσο δεν προώθησε κάποια πρωτοβουλία με αισθητό αποτέλεσμα για την εργατική και τη μεσαία τάξη, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές προτεραιότητες και στις οικονομικές ανησυχίες των πολιτών.

«Ο Τραμπ το προκάλεσε», λένε Ρεπουμπλικανοί αξιωματούχοι

Παρά τις δημόσιες προσπάθειες μεταφοράς των ευθυνών στους υποψηφίους, αρκετά στελέχη του κόμματος εκτιμούν ότι η έκταση της ήττας δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς αναφορά στις αποφάσεις του ίδιου του προέδρου.

Όπως μεταδίδει το POLITICO, Ρεπουμπλικανοί στο Καπιτώλιο και πολιτικοί σύμβουλοι αμφισβητούν την κυβερνητική επιχειρηματολογία, αποφεύγοντας ωστόσο να τοποθετηθούν επώνυμα.

«Δεν πρόκειται πλέον για ζήτημα ποιότητας των υποψηφίων. Είναι εκλογικό λουτρό αίματος», δήλωσε ανώτερος Ρεπουμπλικανός αξιωματούχος στη Γερουσία, καταλήγοντας: «Ο Τραμπ το προκάλεσε».

Άλλος πολιτικός σύμβουλος, ο οποίος εργάζεται σε προεκλογικές εκστρατείες αμφίρροπων πολιτειών, περιέγραψε την αναμέτρηση ως «τέλεια καταιγίδα απλής ανικανότητας».

Κατά την εκτίμησή του, οι συνεργάτες του προέδρου στον Λευκό Οίκο απέτυχαν να περιορίσουν την ενασχόλησή του με ζητήματα που επιδείνωναν το πολιτικό κλίμα, απομακρύνοντας την προσοχή από τις πραγματικές προτεραιότητες των ψηφοφόρων.

Οι διαφορετικές αυτές τοποθετήσεις αποτυπώνουν την εσωκομματική αντιπαράθεση που έχει ξεκινήσει μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, με τη συζήτηση να επικεντρώνεται πλέον στον βαθμό ευθύνης του Τραμπ, στην αποτελεσματικότητα της ρεπουμπλικανικής ηγεσίας και στην πολιτική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το κόμμα κατά τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρικής του θητείας.