Με αντιπροσωπείες από 48 αφρικανικές χώρες, ο Βλαντίμιρ Πούτιν επιδιώκει να ενισχύσει τη στρατηγική παρουσία της Ρωσίας στην ήπειρο.

Η Μόσχα φιλοξενεί την Τετάρτη 28 και την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου την τρίτη Σύνοδο Κορυφής Ρωσίας - Αφρικής, σε μια προσπάθεια του Κρεμλίνου να διευρύνει τις πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές σχέσεις του με τις αφρικανικές χώρες.

Σύμφωνα με τα ρωσικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, 22 από τις 48 συμμετέχουσες χώρες εκπροσωπούνται σε επίπεδο αρχηγών κρατών. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έχει προγραμματίσει σειρά διμερών συναντήσεων, ενώ την Πέμπτη αναμένεται να συμμετάσχει στην ολομέλεια της συνόδου.

Μεταξύ των ηγετών που αναμένονται στη ρωσική πρωτεύουσα συγκαταλέγονται ο πρόεδρος της Αιγύπτου, Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, ο πρόεδρος της Ρουάντα, Πολ Καγκάμε, ο πρόεδρος της Κένυας, Γουίλιαμ Ρούτο, και ο πρωθυπουργός της Αιθιοπίας, Άμπι Άχμεντ.

Τη συμπροεδρία της συνόδου αναλαμβάνει ο πρόεδρος του Μπουρούντι, Εβαρίστ Νταϊσιμιγιέ, ο οποίος ασκεί την προεδρία της Αφρικανικής Ένωσης.

Στην ατζέντα περιλαμβάνονται η ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας, η υπογραφή συμφωνιών και η υιοθέτηση κοινής διακήρυξης, καθώς και χωριστού ανακοινωθέντος για την τεχνητή νοημοσύνη.

Η Αφρική στον γεωπολιτικό σχεδιασμό του Κρεμλίνου

Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η σύνοδος προσφέρει στον Πούτιν την ευκαιρία να αναδείξει τα όρια των δυτικών προσπαθειών για διπλωματική απομόνωση της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.

Παράλληλα, το Κρεμλίνο επιχειρεί να ανακτήσει μέρος της επιρροής που διατηρούσε η Σοβιετική Ένωση στην Αφρική, πριν από τη διάλυσή της. Μέχρι στιγμής, η σημαντικότερη πρόοδος έχει καταγραφεί στον διπλωματικό τομέα και στη συνεργασία για την ασφάλεια, ενώ η οικονομική παρουσία της Μόσχας παραμένει συγκριτικά περιορισμένη.

«Οι Αφρικανοί γνωρίζουν καλά ότι η παρουσία της Ρωσίας στην ήπειρο είναι σχετικά περιορισμένη, σε σύγκριση με την πολύ ισχυρότερη παρουσία της Κίνας, της Δύσης, ακόμη και της Ινδίας», δήλωσε ο Αλεξάντερ Μπάουνοφ, ανώτερος ερευνητής του Carnegie Russia Eurasia Center.

Κατά τον ίδιο, η ανάπτυξη σχέσεων με τη Μόσχα επιτρέπει στις αφρικανικές κυβερνήσεις να εξισορροπούν, σε κάποιον βαθμό, την επιρροή των ισχυρότερων διεθνών εταίρων τους, διευρύνοντας τις διπλωματικές και στρατηγικές επιλογές τους.

Στρατιωτική παρουσία στο Σαχέλ και ανησυχίες για στρατολογήσεις

Η Ρωσία έχει ενισχύσει αισθητά την παρουσία της στην ασταθή περιοχή του Σαχέλ, παρέχοντας στρατιωτική υποστήριξη στις κυβερνήσεις του Μάλι, της Μπουρκίνα Φάσο και του Νίγηρα, ενώ διατηρεί δυνάμεις και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Σημαντικό μέρος της συνεργασίας αφορά τις προμήθειες στρατιωτικού εξοπλισμού. Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), η Μόσχα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στους βασικούς προμηθευτές όπλων της αφρικανικής ηπείρου.

Ωστόσο, η θέση της έχει αποδυναμωθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς έχουν μειωθεί σημαντικά οι παραδόσεις οπλικών συστημάτων προς την Αλγερία, έναν από τους μεγαλύτερους και παλαιότερους πελάτες της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας.

Την ίδια στιγμή, η σύνοδος πραγματοποιείται υπό τη σκιά καταγγελιών για στρατολόγηση Αφρικανών πολιτών στις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, προκειμένου να πολεμήσουν στην Ουκρανία.

Αρκετές αφρικανικές κυβερνήσεις έχουν εκφράσει ανησυχίες για το ζήτημα, το οποίο ενδέχεται να προκαλέσει τριβές κατά τις συνομιλίες στη Μόσχα.

Νέες πρεσβείες, υποτροφίες και τεχνολογικές συνεργασίες

Πέρα από τη στρατιωτική συνεργασία, η Ρωσία επιχειρεί να ανασυγκροτήσει το διπλωματικό και πολιτιστικό της δίκτυο στην Αφρική, το οποίο είχε αποδυναμωθεί μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, επαναλειτουργεί διπλωματικές αποστολές και επεκτείνει τα προγράμματα υποτροφιών, τις πανεπιστημιακές συνεργασίες και τις εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες.

Τα τελευταία χρόνια έχει επαναλειτουργήσει πρεσβείες στην Μπουρκίνα Φάσο, τον Νίγηρα, την Ισημερινή Γουινέα, τη Σιέρα Λεόνε και το Τόγκο, ενώ έχει ιδρύσει για πρώτη φορά διπλωματικές αποστολές στο Νότιο Σουδάν, την Γκάμπια και τις Κομόρες.

Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα, προβλέπεται επίσης το άνοιγμα νέας πρεσβείας στη Λιβερία.

Στις πρωτοβουλίες οικονομικής και τεχνολογικής διείσδυσης συμμετέχει και η Κατερίνα Τιχονόβα, κόρη του Ρώσου προέδρου, μέσω του ιδρύματος Innopraktika, του οποίου ηγείται.

Το ίδρυμα ανακοίνωσε, σε συνεργασία με την κρατική τράπεζα Promsvyazbank, τη δημιουργία μόνιμου οργανισμού συνεργασίας Ρωσίας - Αφρικής, με αποστολή την υποστήριξη των ρωσικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ήπειρο.

Τον Μάρτιο, το Innopraktika συμμετείχε επίσης στη δημιουργία ρωσικού τεχνολογικού κόμβου στο Νταρ ες Σαλάμ της Τανζανίας, με στόχο την ανάπτυξη της χώρας ως πύλης εισόδου για τις ρωσικές εταιρείες τεχνολογίας στις αγορές της Ανατολικής Αφρικής.

Εμπόριο 30 δισ. δολαρίων με περιορισμένο αριθμό εταίρων

Παρά τη διπλωματική κινητικότητα, η οικονομική παρουσία της Ρωσίας στην Αφρική εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά εκείνης άλλων μεγάλων διεθνών δυνάμεων.

Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ δήλωσε τον Ιούνιο ότι οι ετήσιες εμπορικές συναλλαγές με τις αφρικανικές χώρες πλησιάζουν τα 30 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το ποσό αυτό είναι μικρότερο από την ετήσια αξία του εμπορίου της Ρωσίας με τη γειτονική Λευκορωσία, χώρα με πληθυσμό κάτω των δέκα εκατομμυρίων κατοίκων.

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας το εμπόριο με την Αφρική ανήλθε σε σχεδόν 355 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024, σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Ένα επιπλέον πρόβλημα για τη Μόσχα είναι η περιορισμένη γεωγραφική διασπορά των εμπορικών συναλλαγών της.

«Το 70% αυτού του εμπορίου συγκεντρώνεται σε επτά ή οκτώ χώρες», είχε επισημάνει ο Λαβρόφ, τονίζοντας την ανάγκη διεύρυνσης του αριθμού των εμπορικών εταίρων.

Υπάρχουν, πάντως, επιμέρους περιπτώσεις ταχείας ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη ρωσική πρεσβεία στην Γκάνα, η αξία του διμερούς εμπορίου αυξήθηκε από 247 εκατομμύρια δολάρια το 2022 σε περισσότερα από 800 εκατομμύρια δολάρια το 2024.

Γιατί οι ρωσικές επενδύσεις παραμένουν περιορισμένες

Η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών δεν έχει συνοδευτεί από αντίστοιχη επέκταση των ρωσικών επενδύσεων στην αφρικανική ήπειρο.

Έκθεση του Κέντρου Αφρικανικών Σπουδών της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών της Μόσχας, ιδρύματος που συμβουλεύει τη ρωσική κυβέρνηση, καταγράφει σημαντικούς ανασταλτικούς παράγοντες για τις επιχειρήσεις.

Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η έλλειψη ώριμων επενδυτικών σχεδίων, η ανεπαρκής πληροφόρηση για το κόστος και τις τοπικές αγορές, η πολυπλοκότητα των κανονιστικών πλαισίων και η δυσκολία αξιολόγησης των οικονομικών και πολιτικών κινδύνων.

Οι περιορισμοί αυτοί εξηγούν, σύμφωνα με την ανάλυση, γιατί η ενίσχυση της ρωσικής διπλωματικής παρουσίας δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε μεγάλης κλίμακας οικονομικές συμφωνίες.

Ο Αλεξάντερ Μπάουνοφ επισημαίνει ότι η Μόσχα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες στη μετατροπή της πολιτικής επιρροής της σε ουσιαστική χρηματοδοτική συνεισφορά.

«Με την πάροδο των ετών, έχει καταστεί σαφές ότι η ρητορική στήριξη της Ρωσίας και η αντιιμπεριαλιστική της ρητορική μεταφράζονται σε πολύ περιορισμένη πραγματική χρηματοδοτική συνεισφορά», ανέφερε.

Όπως υπογράμμισε, «δεν πρέπει να συγχέουμε το ενδιαφέρον για τη Ρωσία ή τη συμμετοχή σε εκδηλώσεις της με την άνευ όρων υποστήριξή της», επισημαίνοντας τα όρια της επιρροής που μπορεί να εξασφαλίσει το Κρεμλίνο αποκλειστικά μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών.