Η Κριστίν Λαγκάρντ ετοιμάζεται να αποχωρήσει πρόωρα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ανοίγοντας τη διαδικασία διαδοχής σε μια περίοδο νέων πληθωριστικών πιέσεων και πολιτικής αβεβαιότητας στην Ευρώπη.

Η ανακοίνωση της παραίτησής της επιβεβαίωσε τις πληροφορίες που κυκλοφορούσαν εδώ και μήνες για το μέλλον της στην ηγεσία της ΕΚΤ.

Η αποχώρησή της έχει οριστεί για τις 7 Φεβρουαρίου 2027, ενώ η οκταετής θητεία της θα ολοκληρωνόταν κανονικά στα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Ο χρόνος της απόφασης αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς προηγείται των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, τον ερχόμενο Απρίλιο.

Η συζήτηση για τον επόμενο πρόεδρο της κεντρικής τράπεζας είχε ήδη αρχίσει, με τον Ισπανό Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος και τον Ολλανδό Κλάας Κνοτ να προβάλλουν ως βασικοί διεκδικητές. Σύμφωνα με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, η τελική επιλογή αναμένεται πριν από το τέλος του έτους.

Κριστίν Λαγκάρντ: Το παρασκήνιο της αποχώρησης και ο παράγοντας των γαλλικών εκλογών

Τα πρώτα σενάρια για την επόμενη επαγγελματική κίνηση της Κριστίν Λαγκάρντ είχαν εμφανιστεί τον χειμώνα. Δημοσιεύματα ανέφεραν ότι της είχε προταθεί η ηγεσία του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, του οργανισμού που είναι ευρύτερα γνωστός ως Φόρουμ του Νταβός. Οι ετήσιες συναντήσεις του πραγματοποιούνται κάθε Ιανουάριο στο ομώνυμο ελβετικό θέρετρο.

Ακολούθησαν πληροφορίες που συνέδεαν την πρόωρη παραίτηση με το πολιτικό «ημερολόγιο» της Γαλλίας. Σύμφωνα με αυτές, η ολοκλήρωση της διαδοχής πριν από τις προεδρικές εκλογές θα περιόριζε την πιθανότητα να επηρεαστεί η επιλογή από το εκλογικό αποτέλεσμα και από μια ενδεχόμενη επικράτηση της ακροδεξιάς.

Η ίδια είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο να διεκδικήσει τη γαλλική προεδρία. Στη συνέντευξη Τύπου της περασμένης Πέμπτης, μετά τη συνεδρίαση της ΕΚΤ, εξήγησε ότι επιθυμεί μεγαλύτερη ελευθερία δημόσιας έκφρασης και δυνατότητα παρέμβασης σε θέματα πέρα από τη νομισματική πολιτική.

Όπως ανέφερε, η θέση της επιβάλλει ουδετερότητα και προσήλωση στη συγκεκριμένη αποστολή της κεντρικής τράπεζας. Η αποχώρηση θα της επιτρέψει να τοποθετείται για διεθνείς εξελίξεις και αρχές που θεωρεί σημαντικές, χωρίς τους περιορισμούς του σημερινού της αξιώματος.

Η ΕΚΤ καλείται να διατηρήσει τη σταθερότητα μέσα στην αβεβαιότητα

Η αλλαγή ηγεσίας έρχεται ενώ η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει πιέσεις από διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, μαζί με τον ανταγωνισμό από τις ΗΠΑ και την Κίνα, δυσκολεύουν τις αποφάσεις για την ανάπτυξη, τη χρηματοδότηση και τον έλεγχο των τιμών.

Σε αυτές τις συνθήκες, η ανεξαρτησία της ΕΚΤ και η αξιοπιστία των παρεμβάσεών της αποκτούν αυξημένη βαρύτητα. Πρόκειται για μία από τις περισσότερο ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες διεθνώς, με κύρια αποστολή τη σταθερότητα των τιμών.

Κατά τη θητεία της Λαγκάρντ, η τράπεζα βρέθηκε αντιμέτωπη με το πληθωριστικό σοκ της περιόδου 2021-2022. Μετά τη μεγάλη άνοδο των επιτοκίων, ο πληθωρισμός υποχώρησε σταδιακά προς τον στόχο του 2%, επιτρέποντας στη συνέχεια τη χαλάρωση της πολιτικής της.

Οι κρίσεις και οι αποφάσεις που σημάδεψαν τη θητεία Λαγκάρντ

Η Κριστίν Λαγκάρντ ανέλαβε την προεδρία της ΕΚΤ την 1η Νοεμβρίου 2019, ως η πρώτη γυναίκα στην ιστορία του θεσμού. Στα χρόνια που ακολούθησαν χρειάστηκε να διαχειριστεί την πανδημία, την ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη μεγαλύτερη πληθωριστική έξαρση από τη δημιουργία του ευρώ.

Η πρώτη σοβαρή δοκιμασία ήρθε τον Μάρτιο του 2020, όταν η εξάπλωση του κορονοϊού προκάλεσε πρωτοφανείς αναταράξεις στην οικονομία. Η απάντηση της κεντρικής τράπεζας ήταν το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων λόγω πανδημίας, PEPP.

Το αρχικό του ύψος διαμορφώθηκε στα 750 δισ. ευρώ και, μέσα από διαδοχικές επεκτάσεις, έφτασε στα 1,85 τρισ. ευρώ. Οι αγορές τίτλων βοήθησαν να σταθεροποιηθούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές και να διατηρηθούν ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης για τις οικονομίες της ευρωζώνης.

Το 2021 ακολούθησε η αναθεώρηση της στρατηγικής της νομισματικής πολιτικής. Η ΕΚΤ υιοθέτησε συμμετρικό στόχο πληθωρισμού 2%, εγκαταλείποντας την προηγούμενη διατύπωση για επίπεδα «κάτω αλλά κοντά στο 2%».

Η δυσκολότερη περίοδος άρχισε το 2022. Η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους και οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία οδήγησαν τις τιμές σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αναγκάζοντας την τράπεζα να αλλάξει κατεύθυνση.

Τον Ιούλιο του 2022 πραγματοποιήθηκε η πρώτη αύξηση επιτοκίων έπειτα από έντεκα χρόνια. Ήταν η αφετηρία του ταχύτερου κύκλου νομισματικής σύσφιγξης στην ιστορία της ΕΚΤ, με τα βασικά επιτόκια να αυξάνονται συνολικά κατά 450 μονάδες βάσης έως τον Σεπτέμβριο του 2023.

Η διοίκηση δέχθηκε κριτική για την καθυστέρηση με την οποία αντέδρασε στην αρχική άνοδο του πληθωρισμού. Ωστόσο, η περιοριστική πολιτική συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των πιέσεων και επέτρεψε να αρχίσουν οι μειώσεις επιτοκίων τον Ιούνιο του 2024.

Η χαλάρωση συνεχίστηκε το 2025. Τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων υποχώρησε στο 2%, καθώς ο πληθωρισμός είχε επιστρέψει κοντά στον μεσοπρόθεσμο στόχο της τράπεζας.

Παράλληλα, η προεδρία Λαγκάρντ συνδέθηκε με την προώθηση του ψηφιακού ευρώ. Η διερευνητική φάση ξεκίνησε το 2021 και η φάση προετοιμασίας ακολούθησε το 2023, με σκοπό την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας στις πληρωμές. Η οριστική απόφαση για την έκδοσή του, πάντως, παραμένει σε εκκρεμότητα.

Παρότι δεν είναι οικονομολόγος, η Λαγκάρντ αξιοποίησε την πολιτική και διεθνή εμπειρία της για να διαμορφώσει συναινέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Η γενική αποτίμηση της παρουσίας της συνδέεται με την ικανότητά της να κρατήσει ενωμένο τον θεσμό σε περιόδους έντονων διαφωνιών και διαδοχικών κρίσεων.

Η θητεία της κάλυψε έτσι μεγάλες μεταβολές στην οικονομική πολιτική της ευρωζώνης. Από τα έκτακτα προγράμματα στήριξης πέρασε στις απότομες αυξήσεις επιτοκίων και, στη συνέχεια, στη σταδιακή μείωσή τους, με τη σταθερότητα των τιμών να παραμένει ο κεντρικός στόχος.

Πληθωρισμός και γαλλικά ομόλογα δυσκολεύουν τη διαδοχή

Το περιβάλλον αποκλιμάκωσης μεταβλήθηκε εκ νέου με τον πόλεμο στο Ιράν, ο οποίος αναζωπύρωσε τις πιέσεις στις τιμές. Παρότι οι ανατιμήσεις είναι ηπιότερες από εκείνες που καταγράφηκαν τέσσερα χρόνια νωρίτερα, δημιουργούν ένα απαιτητικό πεδίο για τον επόμενο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η επιστροφή του πληθωρισμού οδήγησε σε νέες αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026, με το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων να βρίσκεται τον Οκτώβριο στο 2,5%.

Ο διάδοχος της Λαγκάρντ θα πρέπει να περιορίσει τις ανατιμήσεις χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά την οικονομική δραστηριότητα. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους δυσκολεύει αυτή την ισορροπία, καθώς τροφοδοτεί τον πληθωρισμό και ταυτόχρονα περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξης.

Πρόσθετη πίεση ασκεί η κατάσταση στην αγορά γαλλικών ομολόγων. Οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική πορεία της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωζώνης αυξάνουν την αβεβαιότητα και περιπλέκουν τις αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας.

Οι δύο βασικοί διεκδικητές για την προεδρία της ΕΚΤ

Οι Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος και Κλάας Κνοτ, που συγκαταλέγονται στους βασικούς υποψηφίους, διαθέτουν πολυετή εμπειρία στην κεντρική τραπεζική.

Ο Ισπανός Ερνάντες ντε Κος είναι γενικός διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, BIS, ενώ προηγουμένως υπήρξε διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας.

Ο Ολλανδός Κνοτ διετέλεσε πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας από το 2011 έως το 2025, έχοντας μακρά παρουσία στις ευρωπαϊκές νομισματικές αποφάσεις.

Η τελική επιλογή ανήκει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με τη διαδικασία διορισμού να προβλέπεται στο άρθρο 283 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όποιος αναλάβει θα βρεθεί μπροστά σε ένα σύνθετο οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον. Θα χρειαστεί να προστατεύσει την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία της ΕΚΤ, ενώ θα διαχειρίζεται τις νέες πληθωριστικές πιέσεις, τις δημοσιονομικές ανησυχίες και τις περιορισμένες αντοχές της ευρωπαϊκής οικονομίας.