Στην Ελλάδα η αντιπολίτευση–εντός και εκτός Βουλής– εξακολουθεί να εμμένει σε ένα αφήγημα περί… ήττας για τη χώρα.
Η κοινή δήλωση των χωρών-μελών της ΕΕ, της Κύπρου, της Ελλάδας, της Αιγύπτου, του Μπαχρέιν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων που διάβασε ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, από τον ΟΗΕ σχετικά με το παράνομο και άκυρο τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί ίσως την καλύτερη απάντηση σε όλους όσοι επιχείρησαν και – δυστυχώς, επιχειρούν– να εργαλειοποιήσουν την υπόθεση αυτή.
Η κοινή δήλωση ήρθε να προστεθεί σε αυτή που από την πρώτη στιγμή εξέδωσαν –μετά τις τελευταίες εξελίξεις– και οι 27 χώρες-μέλη της ΕΕ, στις αντιδράσεις από το Ισραήλ και την Αίγυπτο αλλά και στην αναφορά του Στέιτ Ντιπάρτμεντ περί προκλητικής συμφωνίας. Στο σύνολό τους οι χώρες που προχώρησαν στην κοινή δήλωση επισημαίνουν ότι το μνημόνιο παραμένει άκυρο και αντίθετο στο διεθνές δίκαιο, καθώς και ότι η επικύρωσή του από το λιβυκό κοινοβούλιο δεν αλλάζει τίποτα ό,τι και να ισχυρίζονται και η Λιβύη και η Τουρκία για το «ψευδεπίγραφο», όπως χαρακτηρίζεται, μνημόνιο.
Και όμως, στην Ελλάδα η αντιπολίτευση –εντός και εκτός Βουλής– εξακολουθεί να εμμένει σε ένα αφήγημα περί… ήττας για τη χώρα, με κάποιους να τη χαρακτηρίζουν «πολιτική» και άλλους «διπλωματική», μ’ ένα σκεπτικό που προκαλεί ερωτήματα. Ποιο είναι αυτό; Οτι έπρεπε να έχει αποφευχθεί τόσο η αρχική συμφωνία όσο και η επικύρωσή του από το λιβυκό Κοινοβούλιο.
Πώς, όμως, θα μπορούσε να γίνει αυτό; Τι ακριβώς θα έκαναν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και οι επικριτές της κυβέρνησης αν είχαν αυτοί τη διακυβέρνηση της χώρας; Πώς θα επηρέαζαν για παράδειγμα τους Λίβυους, που είναι μοιρασμένοι σε Ανατολή και Δύση, σε φύλαρχους και σε μια προσωρινή κυβέρνηση που βρίσκεται στη μια πλευρά και ένα Κοινοβούλιο που βρίσκεται στην άλλη και που αναζητούν… προστάτες εν όψει και μιας ενδεχόμενης εκλογικής διαδικασίας;
Τι θα προσέφεραν στους Λίβυους για να αντιμετωπίσουν την Αγκυρα και τα παζάρια του Ερντογάν; Θα έστελναν στρατό; Θα έδιναν παραπάνω χρηματοδότηση; Θα μπλόκαραν την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δίνοντας επιπλέον όπλα στη γείτονα;
Εύκολο να λέει κανείς ότι η κυβέρνηση κινείται εκ των υστέρων, αλλά τι θα μπορούσε να έχει κάνει εκ των προτέρων γι’ αυτό το ζήτημα. Σε τι αλισβερίσι έπρεπε να μπει και σε τι παζάρια; Και γιατί δεν είναι αρκετές οι τοποθετήσεις χωρών που εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην ευρύτερη περιοχή, ανεξάρτητα αν η καθεμία επιδιώκει να εξυπηρετήσει το συμφέρον της;
Μέχρι στιγμής δεν είδαμε κάποια συγκεκριμένη πρόταση που να δικαιολογεί όσα υποστηρίζει η αντιπολίτευση. Είδαμε, όμως, να γίνονται κινήσεις που οδηγούν σε εξελίξεις όπως η κοινή δήλωση που διαβάστηκε στον ΟΗΕ. Μάθαμε και τις παρεμβάσεις που γίνονται από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης.
Η εξωτερική πολιτική και η διπλωματία δεν μπορεί να μπαίνουν στα μικροκομματικά παιγνίδια και τις προεκλογικές ρητορικές που αναπτύσσονται από τα κόμματα. Ουδείς υποστηρίζει πως τα κόμματα υποχρεούνται να είναι χειροκροτητές κυβερνητικών πράξεων και αποφάσεων. Ομως το να δημιουργείται ένα κλίμα περί ήττας της Ελλάδας και κατ’ επέκταση «νίκης» της Τουρκίας, όπως και να το δει κανείς μόνο θετικό δεν είναι για όσους το καλλιεργούν με δηλώσεις και παρεμβάσεις.
Το χειρότερο είναι ότι κόμματα που δηλώνουν ότι διεκδικούν την εξουσία δείχνουν να πολιτεύονται με λογικές που δεν τους προσφέρουν κάτι παραπάνω, όπως τουλάχιστον καταγράφεται και από τις δημοσκοπήσεις.