Ένοχος για βιασμό και τρεις σεξουαλικές επιθέσεις κρίθηκε ο Ράσελ Μπραντ από δικαστήριο του Λονδίνου, αντιμετωπίζοντας πολυετή κάθειρξη.
Ο 51χρονος Βρετανός ηθοποιός και πρώην κωμικός, που υπήρξε ένα από τα δημοφιλέστερα πρόσωπα της βρετανικής τηλεόρασης και του Χόλιγουντ, καταδικάστηκε την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, έπειτα από δίκη τεσσάρων εβδομάδων στο δικαστήριο του Σάουθγουορκ.
Οι ένορκοι τον έκριναν ένοχο για τον βιασμό μίας γυναίκας και τη σεξουαλική επίθεση σε βάρος άλλων τριών, ενώ τον απάλλαξαν από δύο ακόμη κατηγορίες βιασμού και μία κατηγορία απόπειρας προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας.
Ο Μπραντ, πρώην σύζυγος της Αμερικανίδας τραγουδίστριας Κέιτι Πέρι, αρνήθηκε εξαρχής όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι επίμαχες σεξουαλικές επαφές είχαν πραγματοποιηθεί με συναίνεση ή ότι ορισμένες καταγγελίες βασίζονταν σε επινοημένα ή διαστρεβλωμένα περιστατικά.
«Αδίστακτος και χειριστικός», σύμφωνα με την εισαγγελία
Κατά την ακροαματική διαδικασία, η εισαγγελέας Ριελ Κάρμι-Τζόουνς περιέγραψε έναν άνδρα που μπορούσε να εμφανίζεται ιδιαίτερα αστείος και γοητευτικός, αλλά, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, χρησιμοποιούσε τη δημοσιότητά του για να επιβάλλει τις επιθυμίες του στις γυναίκες.
Η εισαγγελία υποστήριξε ότι ο Μπραντ ήταν αδίστακτος, υπολογιστικός και χειριστικός, ενώ μία από τις γυναίκες που κατέθεσαν στο δικαστήριο ανέφερε ότι της είχε συμπεριφερθεί «σαν να ήταν ζώο».
Η Κάρμι-Τζόουνς επισήμανε επίσης ότι στην κατάθεσή του διέκρινε περιφρόνηση απέναντι στις γυναίκες που τον κατήγγειλαν, την οποία συνέδεσε με τη συμπεριφορά του κατά την περίοδο τέλεσης των αδικημάτων.
Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι στο παρελθόν είχε επιδοθεί σε «απερίσκεπτες ερωτικές περιπέτειες και ανοησίες», επέμεινε ωστόσο ότι η συναίνεση αποτελούσε απαράβατη προϋπόθεση στις προσωπικές του σχέσεις.
Τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε διαπράχθηκαν μεταξύ 2004 και 2009, την περίοδο που η επαγγελματική του σταδιοδρομία γνώριζε ραγδαία άνοδο.
Στο δικαστήριο κατέθεσαν συνολικά έξι γυναίκες, οι οποίες διατηρούν διά νόμου το δικαίωμα της ισόβιας ανωνυμίας τους. Οι μαρτυρίες τους περιέγραψαν διαφορετικά περιστατικά, ενώ, σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές, καμία τους δεν γνώριζε τις υπόλοιπες.
Στη φυλακή μέχρι την ανακοίνωση της ποινής
Μετά την ετυμηγορία, ο δικαστής Τζόελ Μπίναθαν γνωστοποίησε ότι η ποινή θα ανακοινωθεί τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου, προειδοποιώντας ότι ο καταδικασθείς αντιμετωπίζει πολυετή στερητική της ελευθερίας ποινή.
Το αίτημα του Μπραντ να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση απορρίφθηκε και διατάχθηκε η κράτησή του μέχρι την ανακοίνωση της ποινής.
Κατά την ανάγνωση των αποφάσεων των ενόρκων, ο 51χρονος παρέμεινε ανέκφραστος. Καθώς οι αστυνομικοί τον απομάκρυναν από το εδώλιο, ακούστηκε να λέει στους συνηγόρους του: «Εντάξει, εντάξει, εντάξει».
Η υπόθεση, πάντως, δεν έχει κλείσει οριστικά για τις βρετανικές αρχές. Η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου επιβεβαίωσε ότι ο Μπραντ εξακολουθεί να ερευνάται για δύο επιπλέον καταγγελίες βιασμού, οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης.
Οι καταγγελίες αυτές παραμένουν υπό διερεύνηση και δεν έχουν οδηγήσει σε νέα καταδίκη.
Η επικεφαλής της αστυνομικής έρευνας, Λόρα Νέλσον, χαρακτήρισε τον Μπραντ «σεξουαλικό αρπακτικό», εκτιμώντας ότι εκμεταλλεύτηκε την ισχύ και την αναγνωρισιμότητα που απέκτησε κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του.
Οι καταγγελίες του 2023 και οι μαρτυρίες για τη συμπεριφορά του
Η αστυνομική έρευνα άρχισε μετά τη δημοσιοποίηση καταγγελιών το 2023, μέσα από τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ και δημοσιεύματα στον βρετανικό Τύπο.
Οι έξι γυναίκες που συμμετείχαν στην ποινική διαδικασία απευθύνθηκαν στις αρχές μετά τις αποκαλύψεις, οι οποίες αφορούσαν καταγγελίες άλλων γυναικών. Οι τελευταίες δεν συμμετείχαν στη συγκεκριμένη δίκη.
Στο πλαίσιο της έρευνας, οι αστυνομικοί συγκέντρωσαν στοιχεία από περισσότερους από 100 μάρτυρες, εξέτασαν εκατοντάδες καταθέσεις και ανέλυσαν εκτεταμένο αρχειακό υλικό, προκειμένου να ανασυνθέσουν περιστατικά που είχαν συμβεί πριν από πολλά χρόνια.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη δημόσια εικόνα του Μπραντ, ο οποίος ουδέποτε έκρυψε τις προηγούμενες δυσκολίες του με τα ναρκωτικά και τον εθισμό στο σεξ.
Ένας μάρτυρας κατέθεσε ότι ο ηθοποιός συνήθιζε να καυχιέται πως επιθυμούσε να συνευρεθεί ερωτικά με 5.000 γυναίκες.
Η πρώην προσωπική βοηθός του, Έλεν Μπέργκερ, η οποία εργάστηκε κοντά του από το 2006 έως το 2007, περιέγραψε μια «αλλόκοτη σεξουαλική όρεξη», προσθέτοντας ότι μετά τις σεξουαλικές επαφές του έδειχνε περισσότερο μελαγχολικός παρά ευτυχισμένος.
Ο Μπραντ είχε αναδειχθεί σε τηλεοπτικό αστέρα στη Βρετανία τη δεκαετία του 2000, προτού εμφανιστεί σε κινηματογραφικές παραγωγές του Χόλιγουντ, μεταξύ των οποίων οι ταινίες Get Him to the Greek και Arthur.
Τα τελευταία χρόνια είχε απομακρυνθεί από την παραδοσιακή βιομηχανία του θεάματος και είχε αναπτύξει έντονη διαδικτυακή παρουσία ως σχολιαστής πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών θεμάτων.
Μετά την καταδίκη του, οι βρετανικές αρχές απηύθυναν έκκληση σε ενδεχόμενα επιπλέον θύματα να προσέλθουν και να καταθέσουν, τονίζοντας ότι η δημοσιότητα και η κοινωνική επιρροή δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ασυλία απέναντι στον νόμο.