Ένα δίκτυο με περισσότερες από 460 εταιρείες, περίπου 200 φυσικά καταστήματα, τραπεζικούς λογαριασμούς εκατομμυρίων και δεκάδες «αχυρανθρώπους» αποκάλυψε η έρευνα της ΕΛΑΣ για την υπόθεση της αλυσίδας φούρνων «Χωριάτικο».

Πλέον υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα της δικογραφίας στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται ο επιχειρηματίας Άγγελος Γιαννακόπουλος, ο οποίος, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάζουν οι αστυνομικοί, φέρεται να είχε δημιουργήσει έναν πολυδαίδαλο μηχανισμό εταιρειών, μέσω του οποίου το Δημόσιο και ο ΕΦΚΑ εκτιμάται ότι ζημιώθηκαν κατά 120 εκατομμύρια ευρώ.

Όσα κρύβονταν πίσω από τους φούρνους

Πίσω από τους φούρνους, τις καφετέριες και τα καταστήματα εστίασης, οι ερευνητές της ΕΛ.ΑΣ. περιγράφουν ένα σύστημα διαδοχικής ίδρυσης και εγκατάλειψης εταιρειών, με εικονικούς διαχειριστές, ανεξόφλητες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις και μεταφορά σημαντικών κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Στην υπόθεση εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, ένας 90χρονος από τη Σαλαμίνα ως ιδιοκτήτης στριπ κλαμπ, ένας πρώην συνδικαλιστής της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, μία ομάδα εξειδικευμένων λογιστών και τρεις γυναίκες στους τραπεζικούς λογαριασμούς των οποίων φέρονται να εντοπίστηκαν συνολικά έξι εκατομμύρια ευρώ.

Την ίδια ώρα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο ακόμη στοιχεία: η εξαφάνιση του κεντρικού server από το φερόμενο στρατηγείο της οργάνωσης στον Κηφισό και η πληροφορία ότι άνθρωποι του Γιαννακόπουλου είχαν ενημερωθεί για τις κινήσεις των Αρχών, με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η αστυνομική επιχείρηση.

Οι εταιρείες-«μπάμπουσκες» και οι «αχυράνθρωποι» των 700 ευρώ

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το φερόμενο κύκλωμα είχε αναπτύξει έναν μηχανισμό που επέτρεπε στις επιχειρήσεις να συνεχίζουν τη λειτουργία τους, ακόμη και όταν οι εταιρείες που τις διαχειρίζονταν είχαν συσσωρεύσει τεράστια χρέη.

Το μοντέλο ήταν συγκεκριμένο: Μία εταιρεία αναλάμβανε τη λειτουργία καταστημάτων, δημιουργούσε φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις και, όταν οι οφειλές διογκώνονταν, εγκαταλειπόταν. Στη θέση της εμφανιζόταν νέα εταιρεία, με διαφορετικό ΑΦΜ και διαφορετικό τυπικό διαχειριστή, συνεχίζοντας ουσιαστικά την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η διαδοχική αυτή εναλλαγή εταιρειών θυμίζει τις ρωσικές κούκλες, τις γνωστές «μπάμπουσκες», καθώς πίσω από κάθε εταιρική οντότητα εμφανιζόταν μία επόμενη.

Καθοριστικό ρόλο στον μηχανισμό φέρονται να είχαν οι λεγόμενοι «αχυράνθρωποι». Πρόσωπα χωρίς ουσιαστική οικονομική επιφάνεια, ηλικιωμένοι, άνθρωποι χωρίς ακίνητη περιουσία ή σταθερό εισόδημα, ακόμη και άτομα με μειωμένο καταλογισμό, εμφανίζονταν στα επίσημα έγγραφα ως ιδιοκτήτες και διαχειριστές επιχειρήσεων.

Για την παραχώρηση των στοιχείων τους και τη συμμετοχή τους στον μηχανισμό φέρονται να λάμβαναν μηνιαίες αμοιβές που κυμαίνονταν από 700 έως 1.000 ευρώ, ενώ άλλες πληροφορίες τοποθετούν το κατώτατο ποσό ακόμη και στα 500 ευρώ.

Με αυτόν τον τρόπο, οι πραγματικοί φερόμενοι διαχειριστές του δικτύου παρέμεναν στο παρασκήνιο, ενώ οι οφειλές βεβαιώνονταν σε πρόσωπα που αδυνατούσαν να τις αποπληρώσουν.

Το στρατηγείο στον Κηφισό και ο server που εξαφανίστηκε

Ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα ευρήματα της αστυνομικής επιχείρησης αφορά το φερόμενο επιχειρησιακό κέντρο του δικτύου. Πρόκειται για κατάστημα με την επωνυμία «Sfoliata Store», επί της Λεωφόρου Κηφισού, το οποίο, σύμφωνα με αστυνομικές πληροφορίες, χρησιμοποιούνταν ως σημείο συναντήσεων και συνεννοήσεων μεταξύ των εμπλεκομένων.

Όταν οι αστυνομικοί της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος πραγματοποίησαν έφοδο στον χώρο, διαπίστωσαν κάτι ιδιαίτερα περίεργο.

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που βρίσκονταν στο κατάστημα ήταν καινούργιοι, ενώ ο κεντρικός server δεν βρισκόταν πλέον εκεί.

Το συγκεκριμένο εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι ηλεκτρονικές υποδομές θα μπορούσαν να περιέχουν κρίσιμα δεδομένα για τη λειτουργία των επιχειρήσεων, τις οικονομικές συναλλαγές και τις μεταξύ τους διασυνδέσεις.

Παραμένει άγνωστο πότε και υπό ποιες συνθήκες απομακρύνθηκε ο server, καθώς και εάν η εξαφάνισή του σχετίζεται με ενδεχόμενη προσπάθεια απόκρυψης στοιχείων.

Ο λογαριασμός στη Δανία που πρόδωσαν τα POS

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαδρομή των χρημάτων, καθώς η αστυνομική έρευνα έχει οδηγήσει στον εντοπισμό τραπεζικού λογαριασμού στη Δανία, ο οποίος φέρεται να συνδέεται με τις οικονομικές δραστηριότητες του δικτύου.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο λογαριασμός εντοπίστηκε έπειτα από την ανάλυση συναλλαγών που πραγματοποιούνταν μέσω τερματικών POS καταστημάτων. Οι συγκεκριμένες συναλλαγές αποτέλεσαν το στοιχείο που οδήγησε τους ερευνητές στην ανακάλυψη του λογαριασμού, ο οποίος εξετάζεται ως πιθανός κρίκος στη διαδρομή κεφαλαίων προς το εξωτερικό. Μάλιστα, ο λογαριασμός δεν έχει ακόμη δεσμευτεί, ενώ προετοιμάζεται σχετικό αίτημα προς τις αρμόδιες αλλοδαπές Αρχές.

Κατά τις ίδιες πληροφορίες, μέρος των χρημάτων που μεταφέρονταν εκτός Ελλάδας φέρεται να επέστρεφε στη χώρα, εμφανιζόμενο ως κεφάλαιο για τη χρηματοδότηση νόμιμων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Κομβικό ρόλο στη διαχείριση του εταιρικού δικτύου και των οικονομικών συναλλαγών φέρεται να είχε μία ομάδα εξειδικευμένων λογιστών. Οι συγκεκριμένοι επαγγελματίες εξετάζονται ως προς τη συμμετοχή τους στην οργάνωση των εταιρικών σχημάτων, στην απόκρυψη της πραγματικής τους λειτουργίας και στη διαχείριση της διαδρομής των χρημάτων.

Την ίδια ώρα, στους λογαριασμούς τριών γυναικών, οι οποίες εμφανίζονται ως συνεργάτιδες ή «αχυράνθρωποι», φέρονται να έχουν εντοπιστεί συνολικά έξι εκατομμύρια ευρώ.

Ως πραγματικός φερόμενος δικαιούχος των χρημάτων παρουσιάζεται ο Άγγελος Γιαννακόπουλος, ενώ η Αρχή για το Ξέπλυμα Χρήματος έχει κινηθεί για τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και θυρίδων που συνδέονται με τον επιχειρηματία και τις εταιρείες του. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ενδέχεται να υπάρχουν σημαντικά χρηματικά ποσά και σε τραπεζικές θυρίδες.

Ο 90χρονος από τη Σαλαμίνα με το στριπτιζάδικο

Ανάμεσα στις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις που περιλαμβάνονται στην έρευνα βρίσκεται εκείνη ενός 90χρονου από τη Σαλαμίνα, ο οποίος εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης στριπ κλαμπ.

Πρόκειται για το κατάστημα «Αλκατράζ», το οποίο φέρεται να περιλαμβανόταν στον ευρύτερο ιστό επιχειρήσεων του δικτύου. Η περίπτωση του ηλικιωμένου αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με τις Αρχές, αξιοποιούνταν πρόσωπα χωρίς αντίστοιχη οικονομική επιφάνεια, προκειμένου να εμφανίζονται ως επιχειρηματίες.

Η δραστηριότητα του φερόμενου δικτύου δεν περιοριζόταν στους φούρνους και στα καταστήματα εστίασης, αλλά επεκτεινόταν στη νυχτερινή διασκέδαση και σε επιχειρήσεις με διαφορετικά αντικείμενα.

Παράλληλα, η έρευνα για ενδεχόμενα αδικήματα που σχετίζονται με τη μαστροπεία παραμένει ανοικτή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι σχετικές υπόνοιες έχουν ήδη επιβεβαιωθεί ή ότι έχει τεκμηριωθεί ποινική ευθύνη συγκεκριμένων προσώπων.

Οι 28 παραλίες της Ρόδου και οι εταιρείες που άφηναν «φέσια»

Ξεχωριστό κεφάλαιο της υπόθεσης αποτελεί η επιχειρηματική δραστηριότητα στη Ρόδο, όπου ο Άγγελος Γιαννακόπουλος φέρεται να είχε αναπτύξει σημαντικά συμφέροντα στον τουρισμό και στη νυχτερινή διασκέδαση.

Σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, εταιρείες που συνδέονται με το φερόμενο δίκτυο είχαν συμμετάσχει σε διαγωνισμούς για την εκμετάλλευση 28 παραλιών του νησιού. Ο μηχανισμός που περιγράφεται παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με εκείνον των υπόλοιπων επιχειρήσεων.

Εταιρείες με τυπικούς διαχειριστές «αχυρανθρώπους» φέρονται να κατέθεταν ιδιαίτερα υψηλές οικονομικές προσφορές, εξασφαλίζοντας την εκμετάλλευση παραλιών. Στη συνέχεια κατέβαλλαν μία αρχική προκαταβολή, όμως οι πληρωμές φέρονται να σταματούσαν, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται οφειλές. Όταν τα χρέη έφταναν σε υψηλά επίπεδα, η εταιρεία εγκαταλειπόταν και στον επόμενο διαγωνισμό εμφανιζόταν άλλη, η οποία φέρεται να συνδεόταν με τα ίδια επιχειρηματικά συμφέροντα.

Στο πλαίσιο αυτό, οι Αρχές εξετάζουν και το ενδεχόμενο ύπαρξης διασυνδέσεων με υπηρεσίες που εμπλέκονταν στις σχετικές διαδικασίες, χωρίς μέχρι στιγμής να προκύπτουν από τα δημοσιευμένα στοιχεία συγκεκριμένες αποδεδειγμένες παράνομες παρεμβάσεις.

Ο πρώην συνδικαλιστής της ΓΕΝΟΠ και οι λογιστές

Στους συλληφθέντες συγκαταλέγεται και ο πρώην οργανωτικός γραμματέας της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, Ρίζος Ρίζος, ο οποίος φέρεται να αποτελούσε έναν από τους άμεσους συνεργάτες του Γιαννακόπουλου.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, ο πρώην συνδικαλιστής εξετάζεται ως πρόσωπο που λειτουργούσε ως ενδιάμεσος ανάμεσα στον επιχειρηματία και στους τυπικούς διαχειριστές των εταιρειών.

Παράλληλα, οι αστυνομικοί ερευνούν τον ρόλο των λογιστών που φέρονται να είχαν αναλάβει την τεχνική και οικονομική υποστήριξη του δικτύου. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον τρόπο ίδρυσης και αντικατάστασης των εταιρειών, στη διαχείριση των οικονομικών υποχρεώσεων και στις διαδρομές των χρημάτων από και προς το εξωτερικό.

Η πληροφορία που έθεσε σε κίνδυνο την επιχείρηση

Μία ακόμη σοβαρή παράμετρος της υπόθεσης αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η μεγάλη αστυνομική επιχείρηση. Σύμφωνα με πληροφορίες, άνθρωποι του Γιαννακόπουλου είχαν λάβει ενημέρωση για τις κινήσεις των Αρχών, γεγονός που έθεσε σε κίνδυνο την εξέλιξη της επιχείρησης.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί ερωτήματα για το πώς περιήλθαν πληροφορίες σε πρόσωπα που συνδέονταν με τον επιχειρηματία, χωρίς ωστόσο να έχει αποσαφηνιστεί η προέλευσή τους.

Οι αστυνομικοί είχαν πραγματοποιήσει κινήσεις αποπροσανατολισμού, μεταξύ άλλων με ελέγχους σε επιχειρήσεις που συνδέονταν με τα συμφέροντα του Γιαννακόπουλου, επιδιώκοντας να διαμορφώσουν τις κατάλληλες συνθήκες για τη σύλληψή του.

Τελικά, ο επιχειρηματίας συνελήφθη στα Ιωάννινα, ενώ, σύμφωνα με την εκτίμηση της ΕΛ.ΑΣ., επρόκειτο να μεταβεί στην Αλβανία. Η επιχείρηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος επεκτάθηκε παράλληλα στη Ρόδο, στη Μύκονο και στη Ζάκυνθο, όπου πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις προσώπων που φέρονται να συνδέονται με επιμέρους δραστηριότητες του δικτύου.

Η αστυνομική έρευνα συνεχίζεται, με τις Αρχές να επιχειρούν να αποτυπώσουν την πλήρη έκταση των εταιρικών διασυνδέσεων, τη διαδρομή των χρημάτων και τον ρόλο καθενός από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πώς δημιουργήθηκε ένα δίκτυο εκατοντάδων εταιρειών με εκτιμώμενη ζημία 120 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά και πώς κατάφερε να λειτουργεί επί χρόνια, αφήνοντας πίσω του τεράστιες οφειλές, χωρίς να έχει αποκαλυφθεί νωρίτερα ο συνολικός μηχανισμός που ερευνούν σήμερα οι Αρχές.