Με τη διαβίβαση της δικογραφίας για τον Αλέξη Τσίπρα στη Βουλή επιστρέφει επίσημα στο προσκήνιο μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της διακυβέρνησής του.
Η εσπευσμένη αλλαγή των ποινικών κωδίκων λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές του 2019 εξακολουθεί να συνιστά ένα πρωτοφανές θεσμικό ατόπημα που γκρεμίζει το αφήγημα του «ηθικού πλεονεκτήματος» και εκθέτει τον πρόεδρο της ΕΛΑΣ τη στιγμή που, σταθερά δεύτερος στις δημοσκοπήσεις, επιστρέφει στον λαϊκισμό και στην τοξικότητα, διαψεύδοντας όσους πόνταραν στο rebranding.
Βαρύ κατηγορητήριο
Η δικογραφία, η οποία περιλαμβάνει τις σοβαρότατες κατηγορίες για τα αδικήματα της δωροληψίας και της παράβασης καθήκοντος, διαβιβάστηκε στην Ολομέλεια της Βουλής την περασμένη Τετάρτη (4 Νοεμβρίου) από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Αφορμή ήταν η μηνυτήρια αναφορά που είχε υποβάλει τον περασμένο Ιούλιο ο Κυριάκος Βελόπουλος.
Η πρωτοβουλία του βασίστηκε στις δημόσιες επισημάνσεις και καταγγελίες του υπουργού Υγείας, Αδωνι Γεωργιάδη, γύρω από τις βαθιές σκιές διαπλοκής που συνόδευσαν τη νομοθέτηση του 2019. Παρά το γεγονός ότι οι συνταγματικές και νομικές προθεσμίες οδηγούν σε παραγραφή των τυχόν αδικημάτων λόγω της παρόδου δύο βουλευτικών συνόδων, η θεσμική υποχρέωση της Δικαιοσύνης να αποστείλει αμελλητί τον φάκελο στο Κοινοβούλιο φέρνει εκ νέου τον πρώην πρωθυπουργό αντιμέτωπο με τις αμείλικτες πολιτικές και ουσιαστικές ευθύνες των επιλογών του.
Η ουσία και το βαρύτατο περιεχόμενο της υπόθεσης εδράζονται στις αλλεπάλληλες καταγγελίες του ίδιου του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, Σταύρου Κοντονή, που έχει περιγράψει με απόλυτη σαφήνεια μια μεθοδευμένη διαδικασία «δόλιας επίσπευσης». Είχε αποκαλύψει πως η τότε κυβερνητική πλειοψηφία επέλεξε σκοπίμως να κρατήσει τη Βουλή ανοιχτή τις τελευταίες ημέρες πριν από την εκλογική αναμέτρηση, προκειμένου να ψηφιστούν εσπευσμένα φωτογραφικές διατάξεις που μετέτρεψαν την ενεργό δωροδοκία από κακούργημα σε πλημμέλημα.
Προκλητικές εξαιρέσεις
Η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση οδήγησε ουσιαστικά στην παραγραφή ή στην προκλητικά ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση σοβαρότατων εκκρεμών υποθέσεων διαφθοράς, δωροδοκίας και οικονομικών εγκλημάτων που επιβαρύνουν το δημόσιο συμφέρον. Παράλληλα, η σκόπιμη κατάργηση της παρεπόμενης ποινής της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων ευνόησε ευθέως τα καταδικασμένα ηγετικά στελέχη της εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή».
Στις τότε καταγγελίες του ο κ. Κοντονής είχε αναφέρει ότι επελέγη η διαδικασία του κατεπείγοντος για να ψηφιστούν χίλια άρθρα σε μία συνεδρίαση, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τις νομικές σχολές και τις ενώσεις ποινικολόγων, και ότι η διενέργεια των εκλογών μεταφέρθηκε μία εβδομάδα ακριβώς για να προλάβει να πραγματοποιηθεί η συνεδρίαση της Βουλής και να ψηφιστεί ο νέος κώδικας. Μάλιστα, όπως ο ίδιος είχε υποστηρίξει τότε, είχε προτείνει εναλλακτική λύση που θα έλυνε το πολιτικό πρόβλημα χωρίς αυτήν τη βιασύνη – και δεν εισακούστηκε.
Το γεγονός ότι ο ίδιος ο κ. Τσίπρας απέρριψε εν ψυχρώ την επίμονη πρόταση του αρμόδιου υπουργού του για τουλάχιστον εξάμηνη αναστολή εφαρμογής των νέων κωδίκων οδήγησε τον κ. Κοντονή στη δημόσια καταγγελία για «ακραίο σημείο διαπλοκής», στην παραίτησή του από την Κεντρική Επιτροπή και στη συνεπακόλουθη διαγραφή του από το κόμμα, ενώ είχε εκφράσει τον αποτροπιασμό του και για τη σκευωρία Novartis, λέγοντας «έπαθα σκοτοδίνη όταν είδα τον φάκελο με τα δέκα πολιτικά πρόσωπα, είδα ανθρώπους που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαν να είχαν καμία ευθύνη. Δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι μέλος της κυβέρνησης θα ήξερε τους προστατευόμενους μάρτυρες».
Σε πανικό η ΕΛΑΣ
Η αναζωπύρωση του «Φακέλου 2019» προκάλεσε την αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος εξαπέλυσε ευθεία επίθεση, θέτοντας το αμείλικτο πολιτικό ερώτημα για το ποια συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα και ποιες εξωθεσμικές δεσμεύσεις εξυπηρετήθηκαν από την τότε ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Αντί όμως να δοθούν σοβαρές, πειστικές και ουσιαστικές απαντήσεις επί των συγκεκριμένων καταγγελιών του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης, η πλευρά Τσίπρα (μέσω του γραφείου Τύπου της ΕΛΑΣ) αντέδρασε με μια ανακοίνωση πρωτοφανούς τοξικότητας, πανικού και επιθετικού ύφους. Καταφεύγοντας σε μια πρωτόγνωρη για τα κοινοβουλευτικά χρονικά φρασεολογία, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Μιλήστε με ονόματα, όχι με γαβγίσματα. Αλλιώς βουλώστε το».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, στηλίτευσε τη χυδαία φρασεολογία που παραπέμπει σε αυταρχικές και αντιδημοκρατικές νοοτροπίες εποχών αλήστου μνήμης, υπογραμμίζοντας: «Μη ζητάει τα ρέστα από εμάς ο κ. Τσίπρας, το θέμα το έχει αναδείξει δικός του υπουργός Δικαιοσύνης. Ας πάρει τηλέφωνο τον κ. Κοντονή να τον ρωτήσει».
Ο Αδωνις Γεωργιάδης τόνισε ότι είναι τουλάχιστον αστείο και κωμικό να προβάλλεται στην κοινή γνώμη η εικόνα του «έντιμου πολιτικού», τη στιγμή που ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησής του τον έχει καταγγείλει δημόσια για διαπλοκή.
Τα στοιχεία Σκέρτσου
Παράλληλα, ο υπουργός Επικρατείας, Ακης Σκέρτσος, με χθεσινή του ανάρτηση, επιτίθεται στον Αλέξη Τσίπρα για τις αλλαγές του 2019 στον ποινικό κώδικα. Αφορμή ήταν οι αναφορές του πρώην πρωθυπουργού στη νομιμότητα. Υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υποβάθμισε σε πλημμελήματα σοβαρά αδικήματα, όπως η βαριά ενεργητική δωροδοκία, η κατ’ επάγγελμα τοκογλυφία και απάτη και ορισμένες περιπτώσεις γενετήσιας πράξης με ανήλικο. Αναφέρει επίσης ότι μειώθηκαν ποινές, όπως:
- Για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, από 10-20 σε 5-15 έτη.
- Για τον ομαδικό βιασμό, η ανώτατη ποινή από 20 σε 15 έτη.
- Το γενικό όριο συνολικής φυλάκισης, από 10 σε 8 έτη, με επίπτωση και στην ενδοοικογενειακή βία.
Κατά τον κ. Σκέρτσο, οι υπουργοί Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Τσιάρας και Γιώργος Φλωρίδης επανέφεραν αυστηρότερες ποινές. Κάλεσε, δε, τον Αλέξη Τσίπρα να εξηγήσει στα θύματα γιατί οι δράστες έπρεπε να κρίνονται με μεγαλύτερη επιείκεια.
Ακόμα και ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Νίκος Νυφούδης, αδειάζοντας μεγαλοπρεπώς την τότε επιλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, παραδέχθηκε απροκάλυπτα σε ραδιοφωνική συνέντευξή του ότι η μετατροπή της ενεργούς δωροδοκίας από κακούργημα σε πλημμέλημα ήταν μια επιλογή που «προφανώς και δεν θα ψηφιζόταν σήμερα».
Η τωρινή εξέλιξη επιβεβαιώνει ότι η αλλαγή των ποινικών κωδίκων του 2019 παραμένει μια ανεξίτηλη κηλίδα και ένα βαρύ πολιτικό έλλειμμα στη θητεία του Αλέξη Τσίπρα. Οσες προσπάθειες τεχνητού rebranding κι αν επιχειρηθούν, τα έργα και οι ημέρες μιας περιόδου που τραυμάτισε τους θεσμούς στη χώρα παραμένουν.