Υψηλοί τόνοι, προσωπικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί, σενάρια και επιθέσεις προς πάσα κατεύθυνση συνθέτουν πλέον το παζλ της –μακράς– προεκλογικής περιόδου.
Το φαινόμενο δεν είναι πρωτοφανές, ίσως κάποιοι πίστευαν όμως ότι μετά τις απανωτές εκλογικές ήττες των προηγούμενων ετών θα έβαζαν μυαλό όλοι όσοι επιλέγουν να διαμορφώσουν ένα πολιτικό σκηνικό τοξικότητας και λαϊκισμού.
Οι κρίσεις –όπως φαίνεται και απ’ όσα διαδραματίζονται σε χώρες της Ευρώπης– έχουν διαμορφώσει το κατάλληλο έδαφος για την εκ νέου εμφάνιση των φαινομένων λαϊκισμού στα οποία, δυστυχώς, επιδίδονται και τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιλέγοντας να επενδύσουν σε έναν ακραίο αντισυστημισμό όπως συνέβη και στο παρελθόν.
Από τα περί «αρχιτέκτονα της συγκάλυψης» του Νίκου Ανδρουλάκη στα περί «αρχιερέα της διαφθοράς» και «ανερμάτιστου» του Αλέξη Τσίπρα, η στόχευση δείχνει να είναι σαφής. Εγκειται λογικά σε μια αδυναμία να πειστούν οι πολίτες που δείχνουν να μην… ακούν όσα υπόσχονται στην αντιπολίτευση χωρίς να φταίει γι’ αυτό… η μικροφωνική εγκατάσταση, αλλά το περιεχόμενο του πολιτικού λόγου και των προγραμμάτων που παρουσιάζονται ως λύση των προβλημάτων.
Οταν, για παράδειγμα, αποκαλύπτονται υποθέσεις διαφθοράς και εξαρθρώνονται εγκληματικές οργανώσεις και κυκλώματα και η αντιπολίτευση υποστηρίζει πως γίνεται για… προεκλογικούς λόγους ή ότι ο πρωθυπουργός ξεφορτώνεται το… έρμα, τότε ο πολιτικός λόγος μεταφέρεται σε άλλο πεδίο. Φέρνει στον νου άλλες εποχές.
Δείχνει, ταυτόχρονα, ότι η επιλογή έχει γίνει – ως προς την τακτική που θα ακολουθηθεί. Και μπορεί αυτή η τακτική να απέδωσε με το «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», την αγανάκτηση από τη μεγάλη οικονομική κρίση και τις υποσχέσεις για νταούλια που θα χτυπούν και θα χορεύουν οι αγορές, σήμερα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Η επιλογή των κομμάτων της αντιπολίτευσης να προτάξουν έναν «αντισυστημισμό» και να διεκδικήσουν την αρνητική ψήφο είναι, ίσως, αποτέλεσμα του έργου που έχει γίνει σε διάφορους τομείς. Διότι έργο έχει γίνει. Η καταστροφολογία και η εικόνα για μια χώρα που καταρρέει και πολίτες που πεινούν δεν βρίσκουν τη δέουσα ανταπόκριση παρά μόνο σε ένα κοινό το οποίο –αν και μειοψηφικό– κάνει αρκετό θόρυβο.
Εκεί επενδύουν στην αντιπολίτευση. Στον θόρυβο. Στη λογική της ρήσης ότι η σταθερότητα δεν αποτελεί ευκαιρία για την Αριστερά, μόνο που αυτό πάει κόντρα στη σταθερότητα, την ύπαρξη δηλαδή των απαιτούμενων σταθερών βάσεων πάνω στις οποίες δύναται να στηριχτεί η όποια ανάπτυξη, εν μέσω μάλιστα διεθνών αναταράξεων που έχουν επίκεντρο την ευρύτερη περιοχή στην οποία εντάσσεται και η χώρα.
Οι προσωπικές επιθέσεις κυριαρχούν και πάλι. Το ζήσαμε πριν από τις εκλογές του 2023 και πριν απ’ αυτές του 2019. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Alpha 98,9, θύμισε, μεταξύ άλλων, ότι «ο κ. Τσίπρας μού επιτίθεται προσωπικά, ο ίδιος και τα φερέφωνά του, από το 2016, από τότε που εκλέχθηκα πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, σ’ εμένα, την οικογένειά μου, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου». Και αφού τόνισε ότι «δεν του βγήκε και σε πολύ καλό», τόνισε: «Φανταζόμουν ότι, στο πλαίσιο του rebranding, κάποια στιγμή ίσως το έβλεπε λίγο αλλιώς το θέμα. Αλλά, προφανώς, κάποιος πρέπει να του πει ότι το rebranding δεν είναι παρθενογένεση, είναι επανατοποθέτηση προϊόντος. Και εδώ το προϊόν, δυστυχώς, είναι πολύ φθαρμένο πια».
Στον δρόμο προς τις εκλογές το ερώτημα είναι αν οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να μπουν σε αυτή τη λογική και αν θεωρούν ότι αυτή η τακτική συμβάλλει στη βελτίωση της ζωής τους.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»