Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προτείνει χαλάρωση των στόχων CO2, με περιθώρια για κινητήρες εσωτερικής καύσης και ανανεώσιμα καύσιμα.

Νέα δεδομένα διαμορφώνονται στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς η απαγόρευση των αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035 τίθεται ουσιαστικά υπό επανεξέταση. Η Επιτροπή Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε πρόταση χαλάρωσης των στόχων περιορισμού των εκπομπών CO2, αφήνοντας περιθώρια για τη συνέχιση των ταξινομήσεων θερμικών αυτοκινήτων, ενώ αναγνωρίζει ρόλο και στα ανανεώσιμα καύσιμα, σε μια εξέλιξη που επηρεάζει συνολικά την ευρωπαϊκή βιομηχανία και την πράσινη μετάβαση.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την ίδια την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία ζητά ένα πιο ρεαλιστικό πλαίσιο για την πράσινη μετάβαση, χωρίς αποκλεισμούς τεχνολογιών και με μεγαλύτερη σύνδεση των ευρωπαϊκών στόχων με τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Ενδεικτική είναι η τοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA), η οποία χαιρετίζει τη στροφή προς μια πιο πραγματιστική και τεχνολογικά ουδέτερη προσέγγιση, αναγνωρίζοντας τη σημασία των ανανεώσιμων καυσίμων και των υλικών χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος. Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι οι προβλεπόμενες ευελιξίες για τα επιβατικά αυτοκίνητα παραμένουν ανεπαρκείς τόσο σε εύρος όσο και σε διάρκεια, ζητώντας ουσιαστικότερες προσαρμογές κατά τη συνέχεια της νομοθετικής διαδικασίας.

Η Ευρώπη κάνει νέο βήμα για τους κινητήρες εσωτερικής καύσης μετά το 2035

Ένα ακόμη βήμα προόδου καταγράφεται στη διαδικασία έγκρισης ορισμένων ευρωπαϊκών κανονισμών που επηρεάζουν άμεσα την αυτοκινητοβιομηχανία της Ευρώπης.

Η σημαντικότερη εξέλιξη αφορά την αναθεώρηση των κανονισμών για τις εκπομπές ρύπων και τη γνωστή απαγόρευση των αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035. Παράλληλα, προωθούνται και άλλες σημαντικές αλλαγές, όπως οι υποχρεώσεις εξηλεκτρισμού των εταιρικών στόλων και η εισαγωγή μιας νέας κατηγορίας οχημάτων, γνωστής μέχρι σήμερα ως E-Car. Πρόκειται για τον όρο που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να περιγράψει έναν νέο τύπο ηλεκτρικών αυτοκινήτων με μπαταρία, τα οποία θα παράγονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εκπομπές ρύπων: Εγκρίθηκε η πρόταση της πλειοψηφίας της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν

Ξεκινώντας από το ζήτημα των εκπομπών ρύπων, η αρμόδια επιτροπή προτείνει χαλάρωση των απαιτήσεων που επιβάλλονται στις αυτοκινητοβιομηχανίες.

Ειδικότερα, η Επιτροπή Περιβάλλοντος (ENVI) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε, με 48 ψήφους υπέρ, 30 κατά και 2 αποχές, τη θέση της σχετικά με τα νέα πρότυπα εκπομπών. Η απόφαση βασίζεται στον πολιτικό συμβιβασμό που επιτεύχθηκε τις προηγούμενες εβδομάδες μεταξύ των κομμάτων της λεγόμενης πλειοψηφίας της Ούρσουλα, δηλαδή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) και της ομάδας Renew.

Για τα επιβατικά αυτοκίνητα, προτείνεται η μείωση του στόχου περιορισμού των εκπομπών για το σύνολο του στόλου έως το 2035 από το 100% στο 87,5%. Εναλλακτικά, ο στόχος διαμορφώνεται στο 95%, εφόσον συνυπολογιστεί ποσοστό 7,5% που θα καλύπτεται από τη χρήση χάλυβα χαμηλού αποτυπώματος άνθρακα, ο οποίος θα παράγεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το υπόλοιπο 5% παραμένει χωρίς προϋποθέσεις αντιστάθμισης, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ταξινόμησης αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης, χωρίς υποχρέωση αντιστάθμισης των εκπομπών τους.

Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προτείνει τη μείωση του στόχου στο 90%, με το υπόλοιπο 10% να συνδέεται με τη χρήση πράσινου χάλυβα και ανανεώσιμων καυσίμων.

Όσον αφορά τα ελαφρά επαγγελματικά οχήματα και τα βαν, οι ευρωβουλευτές προτείνουν στόχο μείωσης των εκπομπών κατά 35% έως το 2030, έναντι 40% που προβλέπει η πρόταση της Επιτροπής και 50% που ορίζουν οι ισχύοντες κανονισμοί.

Για το 2035, ο στόχος μείωσης προτείνεται να υποχωρήσει από το 100% στο 80%. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται πιστώσεις που συνδέονται με τον χάλυβα χαμηλών εκπομπών άνθρακα, με ανώτατο όριο το 7,5%.

Από την έναρξη ισχύος των νέων κανόνων έως το τέλος του 2034, οι πιστώσεις που αφορούν τη χρήση χάλυβα χαμηλών εκπομπών άνθρακα θα μπορούν να συνυπολογίζονται σε ποσοστό έως 3%, για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων τόσο στα επιβατικά αυτοκίνητα όσο και στα βαν.

Αυτοκίνητα με κινητήρες εσωτερικής καύσης και μετά το 2035: Νέα έγκριση από την Ευρώπη

Παράλληλα, προτείνεται η δημιουργία μιας νέας κατηγορίας οχημάτων με την ονομασία «οχήματα που κινούνται αποκλειστικά με επιλέξιμα καύσιμα» (VEEF). Σε αυτή θα εντάσσονται επιβατικά αυτοκίνητα και ελαφρά επαγγελματικά οχήματα που χρησιμοποιούν αποκλειστικά ανανεώσιμα καύσιμα και καύσιμα χαμηλών εκπομπών.

Επιπλέον, οι ευρωβουλευτές ζητούν να διευρυνθεί ο ορισμός των «οχημάτων μηδενικών εκπομπών», ώστε να περιλαμβάνει όχι μόνο τα οχήματα με μηδενικές εκπομπές CO2 από την εξάτμιση, αλλά και εκείνα που θα ανήκουν στη νέα κατηγορία.

Παράλληλα, επιβεβαιώνονται οι αρχικές κατευθύνσεις για την αναδιαμόρφωση των υπερπιστώσεων (supercredits) που θα αφορούν τα ηλεκτρικά E-Car.

Συγκεκριμένα, κατά τον υπολογισμό των μέσων εκπομπών κάθε κατασκευαστή, τα μικρά ηλεκτρικά αυτοκίνητα, με μέγιστο μήκος 4,2 μέτρα και παραγωγή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα υπολογίζονται ως 1,4 οχήματα αντί για ένα. Αντίστοιχα, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα υψηλής ενεργειακής απόδοσης, τα οποία θα παράγονται στην ΕΕ και θα πληρούν αυστηρά όρια κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, θα υπολογίζονται ως 1,2 οχήματα.

Επιπλέον, εάν τα συγκεκριμένα οχήματα ταξινομούνται στο πλαίσιο προγράμματος κοινωνικής μίσθωσης (social leasing), οι συντελεστές θα αυξάνονται κατά 0,1. Έτσι, θα διαμορφώνονται σε 1,5 για τα μικρά ηλεκτρικά αυτοκίνητα και σε 1,3 για τα μοντέλα υψηλής ενεργειακής απόδοσης.

Αντίστοιχα, τα ηλεκτρικά βαν που παράγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα υπολογίζονται ως 1,2 οχήματα από την έναρξη ισχύος της νομοθεσίας έως το τέλος του 2034 και ως 1,4 οχήματα από το 2035 και μετά.

Massimiliano Salini: «Σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία»

Ο εισηγητής της πρότασης, Massimiliano Salini, χαρακτήρισε τη θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή Περιβάλλοντος ως «σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία», υποστηρίζοντας ότι θα παραμείνει δυνατή η ταξινόμηση αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης χωρίς υποχρεώσεις αντιστάθμισης.

Όπως ανέφερε, η συγκεκριμένη προσέγγιση προστατεύει την τεχνολογική ελευθερία και αποκαθιστά τις προοπτικές για το σύνολο της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανικής αλυσίδας.

«Η απανθρακοποίηση δεν σημαίνει επιβολή μίας και μοναδικής τεχνολογίας. Αναγνωρίζουμε ως οχήματα μηδενικών εκπομπών και εκείνα που κινούνται αποκλειστικά με ανανεώσιμα καύσιμα, τα οποία συμμορφώνονται με την οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα ηλεκτρικά οχήματα», σημείωσε.

Πρόσθεσε, επίσης, ότι ο χάλυβας χαμηλών εκπομπών άνθρακα που παράγεται στην Ευρώπη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί άμεσα, επιβραβεύοντας την ευρωπαϊκή παραγωγή και ενισχύοντας τη στρατηγική αυτονομία της Ένωσης.

Το κείμενο, το οποίο θα αποτελέσει τη βάση της εντολής για τις διαπραγματεύσεις με τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, αναμένεται να τεθεί σε ψηφοφορία στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Δεκέμβριο.

Χαιρετίζει την απόφαση η ACEA

Επί του θέματος, τοποθετήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA), η οποία χαιρετίζει την απόφαση, ωστόσο παραμένει επιφυλακτική για τα επιβατικά αυτοκίνητα. 

Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA) λαμβάνει υπόψη τη σημερινή ψηφοφορία στην Επιτροπή Περιβάλλοντος (ENVI) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την αναθεώρηση του κανονισμού για τις εκπομπές CO2 των επιβατικών αυτοκινήτων και των ελαφρών επαγγελματικών οχημάτων.

Η ψηφοφορία αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς τη διαμόρφωση ενός πιο ρεαλιστικού και τεχνολογικά ουδέτερου πλαισίου, στο οποίο αναγνωρίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό ο ρόλος των ανανεώσιμων καυσίμων και των υλικών χαμηλού αποτυπώματος άνθρακα.

Το κείμενο που συμφωνήθηκε περιλαμβάνει ορισμένες πρόσθετες ευελιξίες. Ωστόσο, για τα επιβατικά αυτοκίνητα, αυτές εξακολουθούν να είναι υπερβολικά περιορισμένες τόσο ως προς το εύρος όσο και ως προς τη χρονική τους διάρκεια, ώστε να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις ανησυχίες της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Καθώς η νομοθετική διαδικασία συνεχίζεται, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην περαιτέρω επεξεργασία της συγκεκριμένης προσέγγισης, ώστε να αποτυπώνονται καλύτερα οι πραγματικές συνθήκες της αγοράς και της βιομηχανικής παραγωγής, διατηρώντας παράλληλα τους στόχους της Ευρώπης για την απανθρακοποίηση και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της.