Δεν ξέρουμε τι σχέση έχουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ με την Ελλάδα.
Ξέρουν, όμως, στην αντιπολίτευση, που ήδη άρχισαν να μιλούν για αλλαγή που ήρθε από κάτω προς τα πάνω και εμπνέει και τον δικό τους… αγώνα.
Δεν είναι η πρώτη φορά. Ο,τι και αν συμβεί στον κόσμο μεταφέρεται αυτομάτως στην ελληνική πολιτική σκηνή. Από τη νίκη του Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη μέχρι τις κινητοποιήσεις στην Ισπανία και μετέπειτα στη Γαλλία στη λογική του «άντε και στα δικά μας» μήπως και δημιουργηθεί ένα κύμα αγανάκτησης όπως αυτό που το 2015 έφερε στην εξουσία το σχήμα Τσίπρα-Καμμένου.
Βέβαια, δεν γίνεται συζήτηση για τις δημοσκοπήσεις που επιβεβαιώθηκαν –ως προς το αποτέλεσμα και όχι ως προς το μέγεθος της ήττας που υπέστησαν οι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικανών– αλλά αυτό φυσικά δεν έχει τόση σημασία, αφού κανείς δεν αφήνει μια πραγματικότητα να χαλάσει ένα ωραίο αφήγημα.
Στις ΗΠΑ τώρα, υποστηρίζουν πως βασική αιτία είναι οι πόλεμοι που ξεκίνησαν και οι οποίοι εκτίναξαν την ακρίβεια πλήττοντας τον μέσο πολίτη και όχι μόνο. Υπήρχαν, φυσικά, και άλλοι λόγοι. Το ότι η εδώ κυβέρνηση δεν ξεκίνησε κανέναν πόλεμο δεν έχει ούτε αυτό μεγάλη σημασία. Ούτε ότι διαχειρίζεται την ακρίβεια σε ενέργεια, καύσιμα, αλλά και στο ράφι, με όλα τα μέσα που διαθέτει και βεβαίως της επιτρέπονται στο πλαίσιο της ένταξης της χώρας, για παράδειγμα, στην ΕΕ και την Ευρωζώνη.
Εδώ μένουμε στα βασικά. Στην εικόνα που μπορεί να αξιοποιηθεί σε μικροκομματικούς σχεδιασμούς και μικροπολιτικές τακτικές εν όψει μιας εκλογικής μάχης που στο τέλος της ημέρας τείνει να απασχολεί αυτούς που τη δίνουν και όχι τους πολίτες που θα κληθούν να αποφασίσουν την Κυριακή των εκλογών.
Εδώ φτάσαμε να μετατρέπουμε σε πολιτικό ζήτημα την εξάρθρωση εγκληματικών οργανώσεων και την αντιμετώπιση της διαφθοράς και των κυκλωμάτων στη λογική ότι όλα αυτά γίνονται για να αλλάξει η ατζέντα από την –κατά τα κόμματα της αντιπολίτευσης– στριμωγμένη κυβέρνηση.
Βέβαια, το γεγονός πως για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση τα τελευταία δύο με τρία χρόνια το κράτος έχει έσοδα περίπου 2 δισ. ευρώ το έτος από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής περνά απαρατήρητο. Το ίδιο και το γεγονός πως αυτά χρησιμοποιούνται μαζί με τα έσοδα από τις επενδύσεις για να στηρίζεται η κοινωνία.
Θα ξαναπούμε –για πολλοστή φορά– ότι δεν έχουν λυθεί τα προβλήματα. Οπως θα ξαναπούμε ότι τα επτάμισι χρόνια που έχουν περάσει έχουμε ζήσει όποια κρίση μπορεί να φανταστεί κανείς. Πανδημία, πολέμους, εισβολές και αναταράξεις πρωτοφανείς, ειδικά για την περιοχή μας. Ναι, η οικονομική ανάπτυξη, αν δεν φτάνει στην τσέπη, δύσκολα γίνεται εύπεπτη προεκλογική σημαία. Δεν παύει, όμως, να αποτελεί μια πραγματικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, όταν η αντιπολίτευση (προσ)εύχεται να υπάρξουν και εν Ελλάδι αναταράξεις όπως αυτές εκτός συνόρων προκειμένου να αντιμετωπίσει την κυβερνώσα παράταξη και γίνεται λόγος για αγώνες που «εμπνέονται» από αυτές, τότε μάλλον θα πρέπει να ξαναδούν λίγο τις τακτικές τους.
Διότι οι τακτικές –και οι λογικές– αυτές το μόνο που αναδεικνύουν είναι η ένδεια θέσεων και προτάσεων. Το ίδιο και οι τοξικές και διχαστικές ρητορικές. Οταν απλά κουνάς το δάχτυλο και καταγγέλλεις τα πάντα σε λογικές προηγούμενων δεκαετιών, καταλήγεις να μιλάς και να σε ακούν κάποια ακροατήρια που λειτουργούν με ένα είδος… οπαδικών κριτηρίων.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»