Στην Κουμουνδούρου έχουν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν για την «εξυγίανση» των οικονομικών τους, αρκεί να μην κοιτάξουν ούτε ένα χιλιοστό παρακάτω από τη μύτη τους.
Το να διαφημίζεις ότι «δεν χρωστάς πουθενά πέραν των ρυθμισμένων οφειλών», όταν το ταμείο γεμίζει από το παχυλό κρατικό κονδύλι των περίπου 7 εκατομμυρίων ευρώ συν την εκλογική επιχορήγηση, δεν αποτελεί κανένα οικονομικό επίτευγμα.
Αποτελεί απλώς το τελευταίο, ακριβοπληρωμένο δώρο που άφησε πίσω του ο Αλέξης Τσίπρας με το 17,8% των εθνικών εκλογών του 2023.
Το πραγματικό θέατρο του παραλόγου ξεκινά από την επόμενη ημέρα της κάλπης. Στην Κουμουνδούρου ζουν σαν... πλούσιοι κληρονόμοι που ξοδεύουν τα απομεινάρια μιας περιουσίας που δεν τους ανήκει πια.
Όταν οι μετρήσεις δείχνουν το κόμμα να παλεύει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας –σε ποσοστά που κινούνται από το 1,5% έως το 2,9%–, η κρατική χρηματοδότηση θα συρρικνωθεί βίαια στα 150.000 με 200.000 ευρώ. Δηλαδή, ένα ποσό που ίσα-ίσα θα φτάνει για τους λογαριασμούς ρεύματος του κτηρίου και μερικά χαρτικά.
Εκεί ακριβώς σκάει και η μεγάλη «βόμβα» των κομματικών μέσων. Η «Αυγή» και το «Κόκκινο» κοστίζουν ετησίως περί τα 2 εκατομμύρια ευρώ. Πώς ακριβώς σκοπεύει η σημερινή ηγεσία να συντηρήσει εφημερίδες, ραδιόφωνα και δημοσιογράφους με ταμείο... 150 χιλιάδων ευρώ; Με επαναστατικά ψηφίσματα ή μήπως με νέες εκκλήσεις για συντροφικό ρεφενέ; Το πρόβλημα δεν λύθηκε ποτέ, απλώς μπήκε προσωρινά κάτω από το χαλί όσο διαρκούν οι παλιές κρατικές επιταγές.
Μόλις κλείσει η στρόφιγγα του 2023 και η σκληρή πραγματικότητα της κάλπης χτυπήσει την πόρτα, η Κουμουνδούρου θα βρεθεί μπροστά σε ένα πρωτοφανές οικονομικό αδιέξοδο. Και τότε, κανένα επικοινωνιακό τρικ δεν θα μπορέσει να κρύψει ότι το «μαγαζί» έμεινε από ιδέες, από ψηφοφόρους και, πολύ σύντομα, από ευρώ.