Η εκλογική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ δεν σταματά στα σύνορα των ΗΠΑ.

Η κατάκτηση Βουλής και Γερουσίας από τους Δημοκρατικούς αλλάζει τους όρους με τους οποίους οι πρωταγωνιστές της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής διαπραγματεύονται με την Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ παραμένει στον Λευκό Οίκο. Από τον Ιανουάριο, όμως, οι προσωπικές υποσχέσεις του θα συναντούν ένα εχθρικό Κογκρέσο, με εξουσία στις χρηματοδοτήσεις, στις νομοθετικές αποφάσεις και στον έλεγχο της κυβέρνησης.

Για την Τουρκία, αυτή είναι μια δυσάρεστη εξέλιξη. Ο Ερντογάν έχει επενδύσει στην απευθείας συνεννόηση με τον Αμερικανό πρόεδρο, προσδοκώντας, ότι η γεωγραφική χρησιμότητα της χώρας του θα μεταφραστεί σε εξοπλιστικά και πολιτικά ανταλλάγματα. Μια διευθέτηση για τα F-35 ή τις κυρώσεις, που συνδέονται με τους ρωσικούς S-400, θα αντιμετωπίζει αυξημένο κοινοβουλευτικό έλεγχο. Οι υφιστάμενοι νομικοί περιορισμοί δεν παρακάμπτονται με μια προεδρική φιλοφρόνηση. Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί θα απορρίπτουν κάθε τουρκικό αίτημα, καθώς η στρατηγική αξία της Τουρκίας παραμένει και οι αντιστάσεις στις επιλογές της υπερβαίνουν τις κομματικές γραμμές.

Στη Συρία, το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο εύκολα θα μπορεί πλέον ο Λευκός Οίκος να αποδέχεται τουρκικές απαιτήσεις χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα. Η προστασία των κουρδικών δυνάμεων, που πολέμησαν το Ισλαμικό Κράτος και ο κίνδυνος ανασυγκρότησης τζιχαντιστικών δικτύων μπορούν να αποτελέσουν πεδία ισχυρότερης κοινοβουλευτικής παρέμβασης. Για το Ισραήλ, ενδεχόμενος περιορισμός της τουρκικής στρατιωτικής επέκτασης θα ήταν θετικός. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι η νέα πλειοψηφία διαθέτει ενιαίο σχέδιο για τη Συρία ή ότι θα υιοθετήσει συνολικά τις ισραηλινές επιδιώξεις.

Το Ισραήλ αντιμετωπίζει και τη δυσκολότερη πλευρά του αποτελέσματος. Η αμερικανική υποστήριξη στην ασφάλειά του παραμένει ισχυρή, αλλά ένα Δημοκρατικό Κογκρέσο μπορεί να αυξήσει την πίεση για τη χρήση αμερικανικών όπλων, την προστασία αμάχων και την προοπτική δημιουργίας κράτους από τους Παλαιστινίους. Παράλληλα, ο πόλεμος με το Ιράν και οι οικονομικές συνέπειές του συνέβαλαν στην ήττα των Ρεπουμπλικανών. Το μήνυμα προς ολόκληρη την περιοχή είναι ότι η αμερικανική κοινωνία ζητά λογαριασμό για το κόστος των πολέμων. Η Τεχεράνη μπορεί να βλέπει μια ευκαιρία διαπραγμάτευσης, θα έκανε, όμως, επικίνδυνο λάθος αν θεωρούσε την εκλογική αποδοκιμασία ως στρατιωτική παράλυση.

Για Ελλάδα και Κύπρο ανοίγει ένα παράθυρο διπλωματικής δράσης. Οι σχέσεις με το Κογκρέσο αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα, ιδιαίτερα για την αμυντική συνεργασία, την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών και την αντιμετώπιση τουρκικών πιέσεων. Το ηλεκτρικό καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου και η συνεργασία με το Ισραήλ χρειάζονται σταθερή αμερικανική υποστήριξη, που να στηρίζεται σε θεσμούς και συμφέροντα. Καμία αλλαγή πλειοψηφίας στην Ουάσιγκτον δεν ακυρώνει από μόνη της το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ούτε επιλύει το Κυπριακό.

Υπάρχει, τέλος, η παγίδα της εύκολης πρόβλεψης, ότι δηλαδή ένας αποδυναμωμένος Τραμπ δεν είναι υποχρεωτικά ένας αδρανής Τραμπ. Μπορεί να αναζητήσει μια θεαματική εξωτερική συμφωνία, για να ανακτήσει την πρωτοβουλία, διατηρώντας σημαντικές προεδρικές αρμοδιότητες. Εκεί βρίσκεται και ο κίνδυνος για την περιοχή, στις βιαστικές διευθετήσεις, που θα παρουσιαστούν ως ιστορικές επιτυχίες. Αθήνα και Λευκωσία χρειάζονται παρουσία και στα δύο άκρα της αμερικανικής εξουσίας. Η κάλπη δυσκολεύει τα προσωπικά παζάρια, δεν καταργεί όμως τα παζάρια ισχύος!