Η εκλογική νίκη της «Φοιτητικής Λίστας» στη Σερβία δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε αλλαγή κυβέρνησης, ενώ επεισόδια σημειώνονται σε τηλεοπτικούς σταθμούς.
Σε μια περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας εισέρχεται η Σερβία, καθώς η «Φοιτητική Λίστα», παρά την επικράτησή της στις βουλευτικές εκλογές της 25ης Οκτωβρίου, αναμένει την ολοκλήρωση των θεσμικών διαδικασιών για τη συγκρότηση της νέας κυβέρνησης.
Η απερχόμενη πολιτική ηγεσία εξακολουθεί να ασκεί την εξουσία, ενώ η ένταση μεταφέρεται στα μέσα ενημέρωσης που κατηγορούνται για συστηματική υποστήριξη του Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Το βράδυ της Δευτέρας, διαδηλωτές εισέβαλαν στον τηλεοπτικό σταθμό Informer, προκαλώντας την άμεση καταδίκη της ενέργειας από το φοιτητικό κίνημα.
Οι συνταγματικές προθεσμίες και ο ρόλος της Άνα Μπρνάμπιτς
Η ανάληψη της διακυβέρνησης από τις νέες πολιτικές δυνάμεις προϋποθέτει την επικύρωση του εκλογικού αποτελέσματος και τη συγκρότηση της Σερβικής Εθνοσυνέλευσης.
Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή (RIK) οφείλει προηγουμένως να εξετάσει τις ενστάσεις και να ανακηρύξει τα τελικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με την εκλογική νομοθεσία, η κατανομή των βουλευτικών εδρών ολοκληρώνεται το αργότερο εντός 10 ημερών από τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων.
Στη συνέχεια, ο πρόεδρος της προηγούμενης κοινοβουλευτικής σύνθεσης πρέπει να συγκαλέσει την πρώτη συνεδρίαση της νέας Βουλής, η οποία οφείλει να πραγματοποιηθεί εντός 30 ημερών από την ανακήρυξη των τελικών αποτελεσμάτων.
Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στην Άνα Μπρνάμπιτς, πρόεδρο της απερχόμενης Εθνοσυνέλευσης, η οποία ασκεί παράλληλα καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας μετά την παραίτηση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς στις 27 Σεπτεμβρίου και την επίσημη μεταβίβαση των προεδρικών αρμοδιοτήτων την επομένη.
Εφόσον η Μπρνάμπιτς εξαντλήσει τα χρονικά περιθώρια που προβλέπει ο κανονισμός, η συγκρότηση του νέου κοινοβουλίου μπορεί να καθυστερήσει για αρκετές εβδομάδες, μεταθέτοντας αντίστοιχα την έναρξη των διαδικασιών σχηματισμού κυβέρνησης.
Η μεταβατική αυτή περίοδος προκαλεί ανησυχία, καθώς το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα (SNS) του Βούτσιτς διατηρεί την επιρροή του στην απερχόμενη κυβέρνηση και σε σημαντικούς κρατικούς μηχανισμούς, μεταξύ των οποίων οι υπηρεσίες ασφαλείας και η εισαγγελική αρχή.
Η διατήρηση αυτής της θεσμικής και διοικητικής επιρροής τροφοδοτεί τον προβληματισμό για την ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας, σε μια κοινωνία που παραμένει έντονα πολωμένη ύστερα από δύο χρόνια φοιτητικών κινητοποιήσεων.
Εισβολή διαδηλωτών στον τηλεοπτικό σταθμό Informer
Το βράδυ της Δευτέρας 26 Οκτωβρίου, ομάδα πολιτών εισέβαλε στις εγκαταστάσεις του τηλεοπτικού σταθμού Informer στο Βελιγράδι, διακόπτοντας τη ζωντανή εκπομπή που παρουσίαζε ο ιδιοκτήτης και διευθυντής του, Ντράγκαν Γ. Βουτσίτσεβιτς.
Οι συγκεντρωμένοι απαίτησαν από τον Βουτσίτσεβιτς να ζητήσει δημόσια συγγνώμη για τον τρόπο με τον οποίο ο σταθμός κάλυπτε τις φοιτητικές διαδηλώσεις και την πολιτική αντιπαράθεση των τελευταίων δύο ετών.
Ακολούθησε έντονος φραστικός διαπληκτισμός, ενώ ο επικεφαλής του Informer απομακρύνθηκε από το στούντιο. Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, κατά την αποχώρησή του σημειώθηκαν και σπρωξίματα.
Η επέμβαση της αστυνομίας δεν απέτρεψε την περαιτέρω ένταση έξω από το κτίριο, όπου διαδηλωτές συγκρούστηκαν με αστυνομικούς. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων εκτοξεύθηκαν πέτρες και άλλα αντικείμενα, ενώ προκλήθηκαν ζημιές σε υαλοπίνακες των εγκαταστάσεων.
Ο τηλεοπτικός σταθμός θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μέσα ενημέρωσης που υποστήριζαν την πολιτική του Βούτσιτς, γεγονός που τον είχε καταστήσει επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης με τους συμμετέχοντες στις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις.
Οι καταγγελίες για στοχοποίηση φοιτητών και δημοσιογράφων
Το Informer έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα από δημοσιογραφικές οργανώσεις και επικριτές της προηγούμενης κυβέρνησης για πρακτικές στοχοποίησης πολιτικών αντιπάλων, φοιτητών και ανεξάρτητων δημοσιογράφων.
Κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων, ο σταθμός παρουσίαζε συχνά τους διαδηλωτές ως «εχθρούς του κράτους» και «ξένους πράκτορες», ενισχύοντας το κυβερνητικό αφήγημα ότι η φοιτητική εξέγερση υποκινήθηκε από το εξωτερικό.
Ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι καταγγελίες για τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών, διευθύνσεων κατοικίας, τηλεφωνικών αριθμών και άλλων προσωπικών δεδομένων φοιτητών και ακτιβιστών.
Αντίστοιχες πρακτικές καταγγέλλονται και σε βάρος δημοσιογράφων που ασκούσαν κριτική στην κυβέρνηση. Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ο σταθμός βιντεοσκοπούσε ιδιωτικές στιγμές τους και μέλη των οικογενειών τους, παρουσιάζοντάς τους ως «πληρωμένους από τη Δύση».
Σε μία από τις υποθέσεις που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις, δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής φέρεται να εγκατέλειψε τη Σερβία πριν από τρεις μήνες, ύστερα από τη μετάδοση υλικού που απεικόνιζε την ανήλικη κόρη του στο δημοτικό σχολείο.
Ο σταθμός έχει επίσης κατηγορηθεί ότι πρόβαλε φωτοτυπίες εγγράφων ταυτοποίησης ξένων δημοσιογράφων, μεταξύ άλλων από την Κροατία και την Ιταλία, προκειμένου να ενισχύσει τους ισχυρισμούς περί ξένης ανάμειξης στις κινητοποιήσεις.
Ενδεικτική της πολιτικής γραμμής του μέσου θεωρείται και η πρωτοσέλιδη αναφορά της ομώνυμης εφημερίδας, κατά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022, με τον τίτλο «Η Ουκρανία επιτέθηκε στη Ρωσία».
Με αφορμή αυτές τις πρακτικές, η Ανεξάρτητη Ένωση Δημοσιογράφων της Σερβίας (NUNS) έχει ζητήσει επανειλημμένα την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του Informer.
Την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, η ένωση ανακοίνωσε την υποβολή νέας σχετικής πρωτοβουλίας στη Ρυθμιστική Αρχή Ηλεκτρονικών Μέσων (REM), επικαλούμενη πολυετείς και συστηματικές παραβιάσεις της νομοθεσίας και των υποχρεώσεων του σταθμού, οι οποίες, κατά την εκτίμησή της, δεν έχουν αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από την εποπτική αρχή.
Η «Φοιτητική Λίστα» καταδικάζει τη βία
Παρά την έντονη αντιπαράθεσή της με το Informer, η «Φοιτητική Λίστα» αποδοκίμασε απερίφραστα την εισβολή, επισημαίνοντας ότι η αλλαγή στο τοπίο της ενημέρωσης πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα από τις νόμιμες δημοκρατικές διαδικασίες.
«Δεν υποστηρίζουμε εισβολές σε μέσα ενημέρωσης και θεσμούς, ούτε τις προκαλούμε», ανέφερε στην ανακοίνωσή της, καλώντας τους πολίτες να αποφύγουν εκδικητικές ενέργειες.
«Θα απελευθερώσουμε τα μέσα ενημέρωσης και θα αγωνιστούμε για την ελευθερία του Τύπου και την επαγγελματική δημοσιογραφία μόνο μέσα από τους θεσμούς και το κοινοβούλιο», υπογράμμισε.
Άμεση ήταν και η αντίδραση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος χαρακτήρισε την εισβολή «επιδρομή» και, σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, κατήγγειλε «πρωτοφανή και τερατώδη βία» κατά της ελευθερίας της έκφρασης και της δημοσιογραφίας.
Το ίδιο βράδυ σημειώθηκε συγκέντρωση διαδηλωτών και έξω από τον τηλεοπτικό σταθμό Pink, ένα ακόμη μέσο ενημέρωσης που είχε ταυτιστεί με την πολιτική της απερχόμενης κυβέρνησης.
Ορισμένοι συγκεντρωμένοι επιχείρησαν να εισέλθουν στο κτίριο, ωστόσο η παρουσία ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων απέτρεψε την εισβολή.
Δημόσια συγγνώμη από την τηλεόραση της Βοϊβοντίνας
Μέσα στο κλίμα πολιτικής μεταβολής, ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η δημόσια τοποθέτηση της Ραδιοτηλεόρασης της Βοϊβοντίνας (RTV), περιφερειακού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα της Σερβίας.
Κατά τη διάρκεια του δελτίου ειδήσεων της Δευτέρας, ο σταθμός ζήτησε δημόσια συγγνώμη από τους τηλεθεατές, αναγνωρίζοντας ότι επί σειρά ετών δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της ανεξάρτητης και αμερόληπτης ενημέρωσης.
Στην ανακοίνωση επισημάνθηκε ότι ο δημόσιος φορέας αποσιωπούσε γεγονότα, παρουσίαζε μονομερώς τις εξελίξεις και απέφευγε να θέσει κρίσιμα ερωτήματα σε όσους ασκούσαν την εξουσία.
Η παραδοχή αυτή συνοδεύτηκε από αλλαγές στη δημοσιογραφική διεύθυνση του οργανισμού, καθώς ο επικεφαλής του πρώτου τηλεοπτικού προγράμματος, Νέναντ Τσάτσιτς, υπέβαλε την παραίτησή του.
Επιστολή των φοιτητών για αλλαγές στη δημόσια τηλεόραση
Την ίδια στιγμή, οι εκπρόσωποι της «Φοιτητικής Λίστας» προχώρησαν σε νέα θεσμική παρέμβαση, απευθύνοντας ανοιχτή επιστολή προς τη διοίκηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης RTS, τη Ρυθμιστική Αρχή Ηλεκτρονικών Μέσων και τη Σερβική Εθνοσυνέλευση.
Με την επιστολή ζητούν την άμεση παραίτηση της γενικής διεύθυνσης της RTS, του αναπληρωτή της και των υπεύθυνων συντακτών του ενημερωτικού προγράμματος, θεωρώντας ότι η προηγούμενη διοίκηση δεν διασφάλισε την ανεξαρτησία της δημόσιας ενημέρωσης.
Παράλληλα, προτείνουν τη συγκρότηση προσωρινής διοίκησης, σε συνεργασία με τα αντιπροσωπευτικά συνδικάτα των εργαζομένων, και ζητούν από τη REM να λογοδοτήσει για τον τρόπο με τον οποίο άσκησε τις εποπτικές της αρμοδιότητες.
Οι φοιτητές υποστηρίζουν ότι η απομάκρυνση των κομματικών παρεμβάσεων από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών και τη διασφάλιση της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας.