Με ανησυχία παρακολουθούν οι Βρυξέλλες τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, εκτιμώντας ότι ενδεχόμενη ήττα των Ρεπουμπλικανών μπορεί να επιδεινώσει τις διατλαντικές σχέσεις.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση επικρατεί επιφυλακτικότητα σχετικά με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει το εκλογικό αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου στην πολιτική του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και διπλωμάτες εκτιμούν ότι ακόμη και η απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς δύσκολα θα οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή της αμερικανικής στάσης απέναντι στην Ευρώπη.

Αντιθέτως, στις Βρυξέλλες διατυπώνονται φόβοι ότι μια σημαντική εκλογική αποδυνάμωση του Τραμπ θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε σκληρότερη πολιτική απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους, εντείνοντας τις ήδη υπάρχουσες αντιπαραθέσεις για την Ουκρανία, το ΝΑΤΟ και το εμπόριο.

Γιατί οι Βρυξέλλες δεν περιμένουν αλλαγή πολιτικής

Η εκτίμηση που κυριαρχεί σε ευρωπαϊκούς διπλωματικούς κύκλους είναι ότι ακόμη και μια επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου δεν θα ήταν αρκετή για να ανατρέψει τις κεντρικές επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί σημαντικές αρμοδιότητες στην εξωτερική πολιτική, μεταξύ άλλων σε ζητήματα στρατιωτικών επιχειρήσεων και εμπορικών περιορισμών, ενώ διαθέτει τη δυνατότητα άσκησης βέτο σε νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις διπλωματών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, μια βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών θα μπορούσε να στρέψει ακόμη περισσότερο τον Τραμπ σε πεδία όπου η προεδρική εξουσία διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια αυτονομίας από το Κογκρέσο.

Μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να αυξήσει την αβεβαιότητα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες στον συντονισμό τους με την Ουάσιγκτον για κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας και οικονομίας.

Ουκρανία και εμπορικές συμφωνίες δοκιμάζουν τις σχέσεις

Η ανησυχία των Ευρωπαίων συνδέεται και με τις βαθύτερες μεταβολές που έχουν σημειωθεί στις διατλαντικές σχέσεις κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με ευρωπαϊκές διπλωματικές εκτιμήσεις, ο ευρωσκεπτικισμός έχει ενισχυθεί σε τμήματα της αμερικανικής πολιτικής ελίτ, ενώ οι διαφοροποιήσεις της Ουάσιγκτον απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία έχουν επηρεάσει την εμπιστοσύνη μεταξύ των συμμάχων.

Ιδιαίτερη δυσαρέσκεια προκάλεσε η πρόσφατη συμφωνία Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ, την οποία αρκετοί στις Βρυξέλλες ερμηνεύουν ως ένδειξη απομάκρυνσης της αμερικανικής πολιτικής από τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες για τη στήριξη του Κιέβου.

Παράλληλα, εξακολουθούν να προκαλούν προβληματισμό οι συνέπειες της εμπορικής συμφωνίας του Τέρνμπερι, η οποία καθόρισε νέο πλαίσιο στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν την άποψη ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις κοινοβουλευτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον.

Οι δασμοί και τα περιορισμένα περιθώρια αισιοδοξίας

Παρά το κλίμα αβεβαιότητας, ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι μια εκλογική αποδοκιμασία των Ρεπουμπλικανών θα μπορούσε να λειτουργήσει ανασταλτικά απέναντι στην επιβολή νέων αμερικανικών δασμών.

Η πίεση από τους Αμερικανούς καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, που αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ζωής, ενδέχεται να περιορίσει την προθυμία του Λευκού Οίκου για περαιτέρω εμπορική αντιπαράθεση.

Ωστόσο, άλλοι διπλωμάτες δεν αποκλείουν το αντίθετο ενδεχόμενο, εκτιμώντας ότι ένας πολιτικά αποδυναμωμένος πρόεδρος θα μπορούσε να υιοθετήσει ακόμη πιο συγκρουσιακή στάση στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.

Ένα από τα πεδία στα οποία διακρίνονται δυνατότητες βελτίωσης είναι η συνεργασία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με το αμερικανικό Κογκρέσο. Η αρμόδια αντιπροσωπεία του Ευρωκοινοβουλίου για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις για τη δημιουργία μόνιμου διακοινοβουλευτικού διαλόγου.

Για τις Βρυξέλλες, πάντως, το βασικό ζήτημα παραμένει η διατήρηση μιας λειτουργικής διατλαντικής συνεργασίας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων πολιτικών και στρατηγικών διαφορών. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ εκτιμάται ότι θα απαιτήσει περισσότερο χρόνο και ουσιαστικότερες πολιτικές συγκλίσεις.

Διαβάστε περισσότερα για