Η εκλογική νίκη της «Φοιτητικής Λίστας» στη Σερβία σηματοδοτεί το τέλος της δεκατετραετούς κυριαρχίας του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος.
Το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 2026, οι δρόμοι του Βελιγραδίου και άλλων σερβικών πόλεων πλημμύρισαν από πολίτες που πανηγύριζαν μια πολιτική ανατροπή, η οποία μέχρι πρόσφατα φαινόταν εξαιρετικά δύσκολη. Το φοιτητικό κίνημα, που είχε γεννηθεί μέσα από τη διαμαρτυρία για τη διαφθορά και την έλλειψη λογοδοσίας, είχε καταφέρει να μετατρέψει τη μαζική κοινωνική κινητοποίηση σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο καθηγητής οργανικής χημείας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, Ράντομιρ Σάιτσιτς, υποψήφιος της νικήτριας παράταξης, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα νίκη του θάρρους επί του φόβου και της ελπίδας επί της αδιαφορίας. Κάλεσε παράλληλα τους υποστηρικτές του κινήματος να πανηγυρίσουν ειρηνικά, επισημαίνοντας ότι η εκλογική επικράτηση συνοδεύεται από την ευθύνη αποκατάστασης των δημοκρατικών θεσμών.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της σερβικής εκλογικής επιτροπής, η «Φοιτητική Λίστα» συγκεντρώνει περίπου 53% των ψήφων, έναντι 39% του συνδυασμού που υποστήριξε ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Η καταμέτρηση δεν έχει οριστικοποιηθεί, καθώς στις 1 Νοεμβρίου θα επαναληφθεί η ψηφοφορία σε 53 εκλογικά τμήματα, χωρίς ωστόσο να αναμένεται ανατροπή του αποτελέσματος.
Ο ίδιος ο Βούτσιτς έχει αναγνωρίσει δημόσια την ήττα του, κλείνοντας έναν εκλογικό κύκλο κατά τον οποίο το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα (SNS) κυριάρχησε στην πολιτική ζωή της χώρας από το 2012.
Η «άλωση του κράτους» και η κομματική εξάρτηση
Η μακρόχρονη επικράτηση του SNS στηρίχθηκε σε ένα σύστημα εξουσίας που πολλοί ερευνητές και παρατηρητές περιγράφουν με τον όρο «άλωση του κράτους». Πρόκειται για τη σταδιακή υπαγωγή δημόσιων θεσμών, οικονομικών πόρων και διοικητικών μηχανισμών στην επιρροή ενός κυρίαρχου πολιτικού δικτύου.
Στη Σερβία, η διαπλοκή κομματικών και κρατικών λειτουργιών εκδηλώθηκε μέσα από καταγγελίες για πολιτικές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, προνομιακή πρόσβαση σε κρατικές θέσεις και δημόσιες συμβάσεις, καθώς και περιορισμό της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης.
Οι επικριτές του Βούτσιτς υποστήριζαν ότι η πολιτική νομιμοφροσύνη είχε μετατραπεί σε άτυπη προϋπόθεση επαγγελματικής ανέλιξης. Οι καταγγελίες για πιέσεις σε εργαζομένους του δημόσιου τομέα επιβεβαιώθηκαν σε σημαντικό βαθμό από τις παρατηρήσεις του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) σχετικά με τις εκλογές του 2023.
Στην έκθεσή του, ο ΟΑΣΕ κατέγραψε ανισότητες υπέρ του κυβερνώντος κόμματος, κατάχρηση δημόσιων πόρων, μεροληψία μέσων ενημέρωσης και πιέσεις σε κρατικούς υπαλλήλους. Η διαπίστωση αυτή έθετε υπό αμφισβήτηση την ουσιαστική ισοτιμία του πολιτικού ανταγωνισμού, ακόμη και όταν οι εκλογικές διαδικασίες διεξάγονταν τυπικά.
Για πολίτες που δεν συμμετείχαν στους κομματικούς μηχανισμούς, ο φόβος της απώλειας εργασίας ή της διοικητικής δυσμενούς μεταχείρισης αποτελούσε, σύμφωνα με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, έναν από τους βασικούς παράγοντες αυτοπεριορισμού της δημόσιας έκφρασης.
Οι διώξεις εκπαιδευτικών και η επαγγελματική ανασφάλεια
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και το φοιτητικό κίνημα είχε σοβαρές συνέπειες και στον χώρο της εκπαίδευσης, όπου καθηγητές και δάσκαλοι που υποστήριξαν τις κινητοποιήσεις κατήγγειλαν αντίποινα.
Η οργάνωση Freedom House κατέγραψε περιπτώσεις εκπαιδευτικών των οποίων οι συμβάσεις δεν ανανεώθηκαν μετά τη συμμετοχή ή την εκδήλωση συμπαράστασης στις φοιτητικές διαμαρτυρίες. Σύμφωνα με το ανεξάρτητο συνδικάτο εκπαιδευτικών NSPRS, περισσότερα από 100 άτομα έχασαν τις θέσεις τους ή δεν εξασφάλισαν ανανέωση της σύμβασής τους κατά τη σχολική χρονιά 2024-2025.
Στο ίδιο περιβάλλον εντάσσονταν καταγγελίες για πειθαρχικές κυρώσεις, δημόσια στοχοποίηση εκπαιδευτικών και αξιοποίηση αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως στοιχείων πολιτικής ταυτοποίησης. Οι επιμέρους αναφορές για απολύσεις εξαιτίας ενός απλού διαδικτυακού «like» δεν έχουν όλες ανεξάρτητη τεκμηρίωση, αλλά αποτυπώνουν το κλίμα φόβου που περιέγραφαν οι εργαζόμενοι.
Πιέσεις αναφέρθηκαν και στα πανεπιστήμια, όπου η αναστολή μαθημάτων στο πλαίσιο των καταλήψεων συνοδεύτηκε από περικοπές ή καθυστερήσεις αποδοχών μελών του διδακτικού προσωπικού.
Η αντιπαράθεση δεν περιοριζόταν πλέον στο δικαίωμα των φοιτητών να διαδηλώνουν. Είχε επεκταθεί στο κατά πόσο ένας δημόσιος λειτουργός μπορούσε να διαφωνεί με την κυβέρνηση χωρίς να διακινδυνεύει την επαγγελματική του θέση.
Η κρίση στην EPS και το κόστος των κομματικών επιλογών
Οι επικριτές του προηγούμενου συστήματος εξουσίας χρησιμοποιούν συχνά την περίπτωση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού της Σερβίας (EPS) ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών της κομματικής διαχείρισης.
Στο επίκεντρο βρέθηκε ο Μίλοραντ Γκρτσιτς, στέλεχος του SNS, ο οποίος ανέλαβε το 2012 τη διοίκηση του λιγνιτικού συγκροτήματος Κολούμπαρα και το 2016 τοποθετήθηκε επικεφαλής της EPS.
Ο Γκρτσιτς είχε προηγουμένως δραστηριοποιηθεί στον χώρο της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, μεταξύ άλλων στην εστίαση, ενώ διέθετε πτυχίο οικονομικής κατεύθυνσης από ιδιωτικό πανεπιστήμιο, το οποίο απέκτησε το 2012. Η επιλογή του επικρίθηκε επειδή δεν είχε προηγούμενη εξειδικευμένη εμπειρία στη διοίκηση ενεργειακών υποδομών τέτοιας κλίμακας.
Τον Δεκέμβριο του 2021, σοβαρές βλάβες σε θερμοηλεκτρικούς σταθμούς προκάλεσαν εκτεταμένη ενεργειακή κρίση. Η τροφοδοσία των εγκαταστάσεων με κακής ποιότητας λιγνίτη, αναμεμειγμένο με λάσπη και υγρά υλικά, συνέβαλε στην αναστολή λειτουργίας μονάδων παραγωγής.
Περισσότεροι από 136.000 άνθρωποι επηρεάστηκαν από διακοπές ηλεκτροδότησης, ενώ η χώρα αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει δαπανηρές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων. Το σερβικό υπουργείο Ενέργειας απέδωσε στην κακοδιαχείριση οικονομική ζημία που, σύμφωνα με τις τότε εκτιμήσεις του, υπερέβαινε τα 500 εκατομμύρια ευρώ.
Η κρίση οδήγησε σε παραιτήσεις και ποινικές καταγγελίες, με τον Γκρτσιτς να αποχωρεί από τη διοίκηση τον Ιανουάριο του 2022. Η υπόθεση ενίσχυσε τη δημόσια συζήτηση για την επιλογή διοικήσεων βάσει επιστημονικής επάρκειας και επαγγελματικών προσόντων, αντί της κομματικής τους ένταξης.
Η στοχοποίηση της αντιπολίτευσης και ο ρόλος των ΜΜΕ
Ένας ακόμη μηχανισμός που συνέβαλε στη διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας του Βούτσιτς ήταν η επικοινωνιακή απαξίωση των αντιπάλων του.
Φιλοκυβερνητικά τηλεοπτικά δίκτυα και εφημερίδες κατηγορήθηκαν επανειλημμένα για μεροληπτική παρουσίαση της πολιτικής επικαιρότητας, συκοφαντικές επιθέσεις και καλλιέργεια κλίματος εχθρότητας απέναντι σε πρόσωπα που αμφισβητούσαν την κυβέρνηση.
Στις βουλευτικές εκλογές του 2023, ο αντιπολιτευόμενος συνασπισμός «Η Σερβία ενάντια στη βία» κατήγγειλε ότι αντιμετώπισε εμπόδια στη διοργάνωση της προεκλογικής του εκστρατείας. Ο πολιτικός Ντράγκαν Τζίλας είχε περιγράψει περιπτώσεις στις οποίες ιδιοκτήτες καταστημάτων και επιχειρήσεων απέφευγαν να εξυπηρετήσουν εκπροσώπους της αντιπολίτευσης, φοβούμενοι φορολογικούς ελέγχους ή άλλες διοικητικές συνέπειες.
Αντίστοιχες δυσκολίες, σύμφωνα με τις καταγγελίες, παρουσιάστηκαν στην ενοικίαση αιθουσών για πολιτικές συγκεντρώσεις και λεωφορείων για τη μεταφορά υποστηρικτών.
Όταν οι φοιτητές άρχισαν να αποκτούν ευρύτερη κοινωνική απήχηση, η φιλοκυβερνητική ρητορική στράφηκε εναντίον τους. Παρουσιάζονταν ως υποκινούμενοι από ξένα συμφέροντα, ενώ κυβερνητικά στελέχη συνέδεαν τις κινητοποιήσεις με σχέδια αποσταθεροποίησης, βίαιης ανατροπής της εξουσίας ή πρόκλησης εμφύλιων συγκρούσεων.
Παράλληλα, δημοσιεύματα που στοχοποιούσαν μεμονωμένους ακτιβιστές και δημοσιοποιούσαν προσωπικά στοιχεία τους ενίσχυσαν τις ανησυχίες για παραβίαση της ιδιωτικότητας και για εκφοβισμό όσων συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες.
Η κυβέρνηση υποστήριζε ότι οι αποκλεισμοί δρόμων και οι καταλήψεις προκαλούσαν οικονομική ζημία και δυσχέραιναν την καθημερινότητα των πολιτών. Το φοιτητικό κίνημα απαντούσε ότι η διαμαρτυρία αποτελούσε αναγκαίο μέσο διεκδίκησης διαφάνειας και απόδοσης ευθυνών.
Οι καταγγελίες για εγκληματικά δίκτυα και ομάδες εκφοβισμού
Ιδιαίτερα σοβαρές υπήρξαν οι αποκαλύψεις και οι καταγγελίες σχετικά με πιθανές διασυνδέσεις κρατικών στελεχών, οργανωμένου εγκλήματος και ομάδων οπαδών ποδοσφαιρικών συλλόγων.
Έρευνες δημοσιογραφικών οργανισμών, μεταξύ των οποίων το OCCRP και το σερβικό δίκτυο KRIK, ανέδειξαν επαφές προσώπων του κρατικού μηχανισμού με μέλη εγκληματικών οργανώσεων.
Η υπόθεση της συμμορίας του Βέλικο Μπέλιβουκ, η οποία συνδέθηκε με βαριά εγκλήματα, αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα.
Ο ίδιος ο Μπέλιβουκ είχε ισχυριστεί, σε καταθέσεις του που δημοσιοποιήθηκαν πριν από την έναρξη της δίκης του το 2022, ότι είχε δεχθεί αιτήματα από τον Βούτσιτς και συνεργάτες του για ενέργειες όπως ο εκφοβισμός αντικυβερνητικών διαδηλωτών και η παρεμπόδιση πολιτικών κινητοποιήσεων.
Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν καταγγελίες κατηγορουμένου και όχι δικαστικά αποδεδειγμένα γεγονότα. Ωστόσο, οι δημοσιογραφικές έρευνες για τις επαφές εγκληματικών ομάδων με κυβερνητικά στελέχη δημιούργησαν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία των μηχανισμών ασφαλείας.
Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών κινητοποιήσεων καταγράφηκαν επίσης επεισόδια βίας με συμμετοχή οργανωμένων ομάδων, τις οποίες ανεξάρτητοι παρατηρητές και αναλυτές συνέδεσαν με το SNS. Υπήρξαν καταγγελίες για επιθέσεις σε διαδηλωτές, χρήση φυσικής βίας και ανεπαρκή αστυνομική παρέμβαση.
Οι σχετικές αναφορές δεν περιορίζονταν στις διαδηλώσεις. Οργανώσεις εκλογικής παρατήρησης είχαν επισημάνει περιστατικά εκφοβισμού ψηφοφόρων και πιέσεων κατά την προεκλογική περίοδο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αναδείχθηκε το σύνθημα «Σερβία ή Μαφία», με το οποίο οι διαδηλωτές εξέφραζαν την αντίθεσή τους στην αδιαφάνεια και στις καταγγελλόμενες σχέσεις πολιτικής εξουσίας και οργανωμένου εγκλήματος.
Pegasus και NoviSpy: Η ψηφιακή παρακολούθηση των επικριτών
Η χρήση προηγμένων τεχνολογιών επιτήρησης αποτέλεσε μια ακόμη διάσταση της πολιτικής κρίσης στη Σερβία.
Τον Δεκέμβριο του 2024, η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε έκθεση που τεκμηρίωνε τη χρήση κατασκοπευτικών και ψηφιακών εγκληματολογικών εργαλείων εις βάρος δημοσιογράφων, ακτιβιστών και συμμετεχόντων σε ειρηνικές διαδηλώσεις.
Στην έκθεση παρουσιάζονταν στοιχεία για το λογισμικό NoviSpy, που αναπτύχθηκε στη Σερβία, και για τη χρησιμοποίηση προϊόντων της Cellebrite με σκοπό την πρόσβαση σε δεδομένα κινητών τηλεφώνων.
Οι ερευνητές κατέγραψαν επίσης τη χρήση του Pegasus, του ισραηλινού ομίλου NSO Group, ενός ιδιαίτερα παρεμβατικού λογισμικού που μπορεί να επιτρέψει την παρακολούθηση μιας συσκευής χωρίς τη γνώση του χρήστη.
Η σοβαρότητα του προβλήματος επιβεβαιώθηκε από νεότερες έρευνες του Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο και του σερβικού SHARE Foundation.
Στις 19 Οκτωβρίου 2026, οι οργανώσεις ανακοίνωσαν ότι εντόπισαν με υψηλό βαθμό βεβαιότητας μόλυνση με Pegasus στο κινητό του Βλάνταν Τζόκιτς, πρύτανη του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου και υποστηρικτή των φοιτητικών κινητοποιήσεων.
Η επίθεση πραγματοποιήθηκε με τεχνική μηδενικής αλληλεπίδρασης (zero-click), η οποία δεν απαιτεί από τον χρήστη να ανοίξει κάποιον σύνδεσμο ή αρχείο.
Στην ίδια έρευνα περιλαμβάνεται ο Ράντε Μπάγιτς, πρώην ανώτερος συνεργάτης της Εισαγγελίας Οργανωμένου Εγκλήματος, ο οποίος είχε συμμετάσχει στη διερεύνηση καταγγελιών για το σχέδιο αξιοποίησης του ιστορικού συγκροτήματος του Γενικού Επιτελείου στο Βελιγράδι.
Ο Μπάγιτς έλαβε τον Αύγουστο προειδοποιήσεις από την Apple ότι ενδέχεται να είχε αποτελέσει στόχο προηγμένου κατασκοπευτικού λογισμικού. Σε αντίθεση με την περίπτωση του πρύτανη, δεν είχε επιβεβαιωθεί επιτυχής παραβίαση της συσκευής του.
Οι δύο περιπτώσεις προστέθηκαν σε τουλάχιστον 14 προηγούμενες αναφορές στοχοποίησης προσώπων που συμμετείχαν στις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις ή δραστηριοποιούνταν στην αντιπολίτευση.
Παράλληλα, η εγκατάσταση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης κινεζικής τεχνολογίας, κυρίως μέσω του προγράμματος Safe City της Huawei, είχε προκαλέσει αντιδράσεις οργανώσεων προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Δημοσιογραφικές έρευνες αποκάλυψαν συμβάσεις για την επέκταση των υποδομών παρακολούθησης σε μεγάλες πόλεις, μεταξύ των οποίων το Βελιγράδι, το Νόβι Σαντ και η Νις, με δυνατότητες αναγνώρισης προσώπων και πινακίδων κυκλοφορίας.
Ωστόσο, ο ακριβής αριθμός των εγκατεστημένων καμερών δεν έχει δημοσιοποιηθεί, ενώ οι σερβικές αρχές υποστήριζαν ότι η λειτουργία αυτόματης αναγνώρισης προσώπων δεν είχε ενεργοποιηθεί στο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Επομένως, οι ισχυρισμοί περί καθολικής βιομετρικής παρακολούθησης ολόκληρου του πληθυσμού δεν μπορούν να θεωρηθούν τεκμηριωμένοι.
Οι 16 νεκροί στο Νόβι Σαντ και η αρχή της ανατροπής
Το γεγονός που μετέτρεψε τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια σε μαζικό πολιτικό κίνημα σημειώθηκε την 1η Νοεμβρίου 2024, όταν κατέρρευσε το στέγαστρο του σιδηροδρομικού σταθμού στο Νόβι Σαντ.
Η τραγωδία προκάλεσε τον θάνατο 16 ανθρώπων και ανέδειξε ερωτήματα για την ποιότητα των κατασκευαστικών εργασιών, τις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων έργων και την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών.
Το δυστύχημα σημειώθηκε σε έναν σταθμό που είχε υποβληθεί σε εργασίες ανακαίνισης, με τις συνθήκες κατασκευής και επίβλεψης να αποτελούν αντικείμενο ποινικών και οικονομικών ερευνών.
Η υπόθεση συνδέθηκε στη δημόσια συζήτηση με ευρύτερες καταγγελίες για αδιαφανείς δημόσιες συμβάσεις και μεγάλα κατασκευαστικά έργα, μεταξύ των οποίων και το αμφιλεγόμενο Belgrade Waterfront, το οποίο είχε δεχθεί κριτική για τον τρόπο ανάπτυξης και χρηματοδότησής του.
Στην περίπτωση του Νόβι Σαντ, οι εισαγγελικές αρχές προχώρησαν σε έρευνες και απαγγελία κατηγοριών σε εμπλεκόμενα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Οι διαδικασίες παρέμεναν ανοιχτές, χωρίς να έχει υπάρξει οριστική δικαστική αποτίμηση όλων των ποινικών ευθυνών.
Η οργή για τους θανάτους οδήγησε αρχικά σε φοιτητικές συγκεντρώσεις και αποκλεισμούς πανεπιστημιακών σχολών. Σταδιακά προστέθηκαν εκπαιδευτικοί, αγρότες, επαγγελματίες και πολίτες διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, συγκροτώντας ένα κίνημα με πανεθνική απήχηση.
Η κυβέρνηση επιχείρησε να εκτονώσει την κρίση, μεταξύ άλλων με την παραίτηση του πρωθυπουργού Μίλος Βούτσεβιτς τον Ιανουάριο του 2025, αλλά οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν.
Οι φοιτητές επέμειναν στα αιτήματα για διαφάνεια, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και διερεύνηση των καταγγελιών περί διαφθοράς. Τον Μάιο του 2025 ζήτησαν για πρώτη φορά πρόωρες βουλευτικές εκλογές, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετεξέλιξη του κινήματος σε οργανωμένη πολιτική δύναμη.
Η εκλογική αναμέτρηση προκηρύχθηκε τελικά τον Σεπτέμβριο του 2026, μετά από παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αναταραχής.
Μετά την επικράτησή της, η «Φοιτητική Λίστα» ζήτησε την αποχώρηση ανώτερων στελεχών των μηχανισμών ασφαλείας και της Δικαιοσύνης που, σύμφωνα με τους εκπροσώπους της, είχαν παραβιάσει τη νομιμότητα κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων.
Παράλληλα, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να εξετάσει κρατικές συμβάσεις, δημόσιες δαπάνες και εκκρεμείς υποθέσεις διαφθοράς, υπογραμμίζοντας ότι οι σχετικές διαδικασίες πρέπει να διεξαχθούν με σεβασμό στο κράτος δικαίου.
Η επίσημη επικύρωση των εκλογικών αποτελεσμάτων και ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης αποτελούν πλέον τα επόμενα θεσμικά βήματα, με το φοιτητικό κίνημα να καλείται να μετατρέψει τη μακρόχρονη κοινωνική διαμαρτυρία σε συγκεκριμένες αλλαγές στη λειτουργία του σερβικού κράτους.