Η εκλογική νίκη της Φοιτητικής Λίστας στη Σερβία προκαλεί ανακατατάξεις στα ΜΜΕ, με δημόσιες συγγνώμες, παραιτήσεις και αιτήματα μεταρρυθμίσεων.

Ύστερα από σχεδόν 15 χρόνια κυριαρχίας του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, η πολιτική αλλαγή στη Σερβία δημιουργεί προσδοκίες για μεγαλύτερη ελευθερία και ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης. Η επικράτηση της Φοιτητικής Λίστας στις βουλευτικές εκλογές συνοδεύεται ήδη από δημόσιες παραδοχές δημοσιογράφων για τη μεροληπτική κάλυψη των γεγονότων, παραιτήσεις στελεχών και πιέσεις για αναδιάρθρωση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου.

Λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο μετά την εκλογική ήττα του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος (SNS), ο παρουσιαστής Γκόραν Έρορ προχώρησε σε μια ασυνήθιστη δημόσια απολογία, αναγνωρίζοντας ότι η ενημέρωση επί σειρά ετών υπήρξε μονομερής και ανεπαρκής.

«Αποσιωπήθηκαν γεγονότα, έγιναν τα στραβά μάτια, η ενημέρωση ήταν μονόπλευρη και τα ρεπορτάζ στερούνταν κριτικής προσέγγισης. Δεν τέθηκαν οι σωστές ερωτήσεις – ή δεν τέθηκαν καθόλου ερωτήσεις. Και γι’ αυτό οφείλουμε μια συγγνώμη στους τηλεθεατές», δήλωσε.

Η εκπομπή του παράγεται από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση της Βοϊβοντίνας (RTV), στη βόρεια Σερβία, και μεταδίδεται επίσης από την εθνικής εμβέλειας Ραδιοτηλεόραση της Σερβίας (RTS).

Παραιτήσεις στη δημόσια τηλεόραση και εισβολή στο Informer

Ο Έρορ συγκαταλέγεται στους δημοσιογράφους που, σύμφωνα με τη Deutsche Welle, είχαν προσπαθήσει επί χρόνια να αλλάξουν τις πρακτικές ενημέρωσης μέσα από τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Μετά την εκλογική αναμέτρηση, ο αρχισυντάκτης του RTV υπέβαλε την παραίτησή του υπό την πίεση του συνδικάτου, ενώ ανάλογες παρεμβάσεις ζητούν εργαζόμενοι και στο RTS. Ο εθνικός δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, που είχε δεχθεί επίμονα επικρίσεις για την περιορισμένη προβολή των αντίθετων προς την κυβέρνηση απόψεων, εμφανίστηκε αρχικά να διαφοροποιεί μόνο σε μικρό βαθμό τον τρόπο παρουσίασης των γεγονότων.

Οι αντιδράσεις απέναντι στα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης πήραν και βίαιη τροπή το βράδυ της Δευτέρας 26 Οκτωβρίου, όταν ομάδα εξαγριωμένων πολιτών εισέβαλε στις εγκαταστάσεις του τηλεοπτικού σταθμού Informer, στο Βελιγράδι.

Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, οι εισβολείς προκάλεσαν ζημιές σε εξοπλισμό και διέκοψαν προσωρινά τη μετάδοση του προγράμματος. Ο αρχισυντάκτης του σταθμού, Ντράγκαν Βουτσίτσεβιτς, κατήγγειλε ότι δέχθηκε σοβαρές απειλές, δηλώνοντας: «Ήθελαν να με σκοτώσουν».

Το Informer θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοκυβερνητικά μέσα της Σερβίας και έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα για επιθετική στοχοποίηση των πολιτικών αντιπάλων του Βούτσιτς. Στα δημοσιεύματά του, επικριτές της προηγούμενης κυβέρνησης χαρακτηρίζονταν συχνά «προδότες», «τρομοκράτες» και «Ούστασε», με τον τελευταίο χαρακτηρισμό να παραπέμπει στην κροατική φασιστική οργάνωση που διέπραξε γενοκτονικές διώξεις εναντίον Σέρβων, Εβραίων και Ρομά κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η κυριαρχία Βούτσιτς και τα στοιχεία για τη μεροληψία

Η πολιτική ανατροπή της 25ης Οκτωβρίου έθεσε τέλος στη μακρόχρονη κυριαρχία του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος ως πρωθυπουργός και πρόεδρος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διακυβέρνηση της Σερβίας επί σχεδόν μιάμιση δεκαετία.

Σύμφωνα με την εκλογική προβολή των Ipsos και CeSID, η Φοιτητική Λίστα, στην οποία συμμετέχουν πανεπιστημιακοί, ακτιβιστές και καλλιτέχνες, εξασφάλισε 141 από τις 250 έδρες του σερβικού κοινοβουλίου, έναντι 103 εδρών της παράταξης του Βούτσιτς. Οι αριθμοί αυτοί προέρχονται από προβολή των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Η σχέση της προηγούμενης πολιτικής ηγεσίας με τα μέσα ενημέρωσης βρισκόταν επί χρόνια στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης. Ο Βούτσιτς πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο περισσότερες από μία δημόσιες τηλεοπτικές εμφανίσεις ημερησίως, μέσω εκτενών συνεντεύξεων Τύπου και ζωντανών εκπομπών, ενώ κομματικές συγκεντρώσεις του SNS μεταδίδονταν ορισμένες φορές ταυτόχρονα από περίπου 40 τηλεοπτικούς σταθμούς.

Η έκταση της άνισης προβολής των πολιτικών σχηματισμών αποτυπώνεται και σε στοιχεία του ανεξάρτητου Γραφείου Κοινωνικών Ερευνών BIRODI. Κατά τις τελευταίες εβδομάδες της προεκλογικής εκστρατείας, η παράταξη Βούτσιτς παρουσιαζόταν με θετικό τρόπο στο 96% του χρόνου κάλυψης που της αφιέρωσαν πέντε τηλεοπτικοί σταθμοί εθνικής εμβέλειας.

Αντίθετα, η Φοιτητική Λίστα παρουσιαζόταν αρνητικά στο 95% του αντίστοιχου χρόνου, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, καταδεικνύοντας τη μεγάλη απόκλιση στην τηλεοπτική αντιμετώπιση των δύο βασικών εκλογικών αντιπάλων.

Η Αλεξάντρα Κρστιτς, καθηγήτρια συστημάτων μέσων ενημέρωσης στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών του Βελιγραδίου, θεωρεί αναγκαία την αποκλιμάκωση των εντάσεων, επισημαίνοντας στη Deutsche Welle ότι μεγάλο μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας στρέφεται εναντίον μέσων που, κατά την εκτίμησή της, λειτούργησαν ως φορείς κυβερνητικής προπαγάνδας και ρητορικής μίσους.

Η ίδια απορρίπτει κατηγορηματικά τις βίαιες ενέργειες εναντίον δημοσιογραφικών οργανισμών. «Με την εισβολή σε ένα μέσο ενημέρωσης δεν επιλύεται απολύτως τίποτα. Η ρυθμιστική αρχή για τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης θα πρέπει να κινήσει τη διαδικασία αφαίρεσης της άδειας εκπομπής. Και αυτός είναι ο μόνος δρόμος», υπογραμμίζει.

Η καθηγήτρια αναφέρεται στη Ρυθμιστική Αρχή Ηλεκτρονικών Μέσων (REM), η οποία κατά τη διακυβέρνηση Βούτσιτς είχε στελεχωθεί, σύμφωνα με τους επικριτές της, από πρόσωπα προσκείμενα στην εξουσία. Η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών δημιουργεί πλέον προϋποθέσεις για ανασυγκρότηση του εποπτικού φορέα.

Οι κρατικές χρηματοδοτήσεις και ο ρόλος της Telekom

Πέρα από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, οι πιέσεις για αλλαγές αφορούν και την οικονομική διάρθρωση της σερβικής αγοράς ενημέρωσης, στην οποία ο κρατικός τηλεπικοινωνιακός όμιλος Telekom Srbija έχει αποκτήσει ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία.

Σύμφωνα με τη Deutsche Welle, ο όμιλος έχει επενδύσει διαχρονικά περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια ευρώ για την εξαγορά μικρότερων παρόχων καλωδιακής τηλεόρασης, την απόκτηση δικαιωμάτων μετάδοσης δημοφιλών αθλητικών διοργανώσεων και την άμεση χρηματοδότηση δεκάδων φιλοκυβερνητικών τηλεοπτικών σταθμών.

Στην αναδιάρθρωση της αγοράς προστέθηκε πρόσφατα και η εξαγορά ορισμένων από τα εναπομείναντα επικριτικά μέσα ενημέρωσης από το πορτογαλικό επενδυτικό ταμείο Alpac Capital, ιδιοκτήτη του Euronews.

Μετά τις εξαγορές ακολούθησαν απομακρύνσεις διευθυντικών στελεχών από δημοσιογραφικές συντάξεις, ενώ, σύμφωνα με σχετικές καταγγελίες, ασκήθηκαν πιέσεις προς δημοσιογράφους να περιορίσουν την κριτική τους στην κυβέρνηση λίγο πριν από τις εκλογές.

Η Φοιτητική Λίστα έχει συμπεριλάβει στο πρόγραμμά της πρόταση για τον περιορισμό της ιδιοκτησιακής εμπλοκής του κράτους στην ενημέρωση. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι ο κρατικός τηλεπικοινωνιακός όμιλος δεν θα πρέπει να κατέχει τηλεοπτικούς σταθμούς, ραδιοφωνικούς φορείς ή ενημερωτικές διαδικτυακές πλατφόρμες.

Οι προσδοκίες για ανεξάρτητη ενημέρωση

Ο Στέβαν Ρίστιτς, διευθύνων σύμβουλος της ανεξάρτητης εβδομαδιαίας εφημερίδας Vreme και πρόεδρος της Σερβικής Ένωσης Μέσων Ενημέρωσης, εκφράζει την προσδοκία ότι η πολιτική αλλαγή θα οδηγήσει σε λογοδοσία για την κατάχρηση των δημοσιογραφικών οργανισμών και των κρατικών πόρων.

«Ελπίζουμε πως θα λογοδοτήσουν εκείνοι που καταχράστηκαν τα μέσα ενημέρωσης για προπαγανδιστικούς σκοπούς, καθώς και εκείνοι που πλήρωσαν τον σκοπό αυτό με χρήματα των πολιτών», δηλώνει στη Deutsche Welle.

Ο Ρίστιτς ζητεί επίσης τον τερματισμό της προνομιακής μεταχείρισης συγκεκριμένων μέσων ενημέρωσης, ώστε οι ανεξάρτητες δημοσιογραφικές επιχειρήσεις να μπορούν να λειτουργούν σε συνθήκες ισότιμου ανταγωνισμού.

Όπως εξηγεί, βασική προϋπόθεση είναι η διαφανής κατανομή των διαφημιστικών εσόδων, χωρίς διοχέτευση χρηματοδοτήσεων σε μέσα που διατηρούν προνομιακές σχέσεις με την εκάστοτε κυβέρνηση. Κατά την άποψή του, η ουσιαστική εξυγίανση του τομέα προϋποθέτει πρωτίστως την εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας.

Η μετάβαση στη νέα πολιτική περίοδο αναδεικνύει έτσι το ζήτημα της θεσμικής ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης, με τις δημόσιες συγγνώμες και τις αλλαγές προσώπων να αποτελούν τις πρώτες εξελίξεις σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη λειτουργία της δημοσιογραφίας στη Σερβία.