Η διπλή ανάγνωση της αποχώρησης Λαγκάρντ από την ηγεσία της ΕΚΤ.

Η αιφνίδια ανακοίνωση της Κριστίν Λαγκάρντ ότι εγκαταλείπει πρόωρα το τιμόνι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 7 Φεβρουαρίου 2027 είναι ένας προσχεδιασμένος και υψηλού ρίσκου πολιτικός ελιγμός με το βλέμμα στραμμένο στις γαλλικές προεδρικές εκλογές. Σε μια Ευρώπη που κλυδωνίζεται από την άνοδο του λαϊκισμού, επιλέγει να πετάξει το ταγιέρ της θεσμικής ουδετερότητας. Επισημαίνοντας την ανάγκη της να ανακτήσει την «ελευθερία του λόγου και της έκφρασης», κατεβαίνει στην πολιτική αρένα, θεωρώντας προφανώς ότι η πατρίδα της βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό και επικίνδυνο σταυροδρόμι.

Η κίνησή της να παραιτηθεί εννέα μήνες νωρίτερα έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία πλευρά, λειτουργεί ως θεσμική ασπίδα για την ίδια την ΕΚΤ, καθώς επιτρέπει στον Εμανουέλ Μακρόν να κλειδώσει έναν φιλοευρωπαίο διάδοχο προτού η Γαλλία μπει στη δίνη των εκλογών. Από την άλλη, ανοίγει διάπλατα την πόρτα για την εμπλοκή της στις πολιτικές εξελίξεις μιας βαθιά πολωμένης χώρας, όπου η Ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν προηγείται σταθερά στις δημοσκοπήσεις και η ριζοσπαστική αριστερά του Ζαν-Λικ Μελανσόν ασκεί ασφυκτική πίεση. Ωστόσο, η κάθοδός της στην εγχώρια πολιτική σκηνή κρύβει μια σοβαρή παγίδα, καθώς η παρουσία της αποτελεί δίκοπο μαχαίρι: Για τους ψηφοφόρους του μετριοπαθούς χώρου, ενσαρκώνει την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα και την εγγύηση ότι η Γαλλία δεν θα διολισθήσει σε μια καταστροφική οικονομική περιπέτεια.

Για τα δύο άκρα, η πρώην επικεφαλής του ΔΝΤ και της ΕΚΤ είναι το απόλυτο σύμβολο της τεχνοκρατικής ελίτ, κάνοντάς την ιδανικό στόχο για το λαϊκιστικό αφήγημα.

Οι σύμμαχοι και οι δελφίνοι

Για να πετύχει αυτό το παράτολμο εγχείρημα, η Λαγκάρντ δεν ξεκινά από το μηδέν. Στο παρασκήνιο της γαλλικής πρωτεύουσας διαμορφώνεται μια ισχυρή συμμαχία από κορυφαία στελέχη του κυβερνητικού στρατοπέδου και του ευρύτερου κεντρώου χώρου, οι οποίοι αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο πλευρό της είτε ως συνοδοιπόροι είτε ως συνδιαμορφωτές ενός μεγάλου «δημοκρατικού μετώπου».

Ποιοι είναι οι βασικοί σύμμαχοί της;

Ο Γκαμπριέλ Ατάλ (Gabriel Attal): ο πρώην πρωθυπουργός και νυν επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της προεδρικής παράταξης αποτελεί τον πιο δυναμικό εκφραστή της νέας γενιάς του μακρονισμού. Ο Ατάλ βλέπει στη Λαγκάρντ μια προσωπικότητα κύρους που μπορεί να προσδώσει το απαραίτητο «οικονομικό βάρος» και διεθνή σοβαρότητα σε μια κοινή συμμαχία, λειτουργώντας ως γέφυρα με την παραδοσιακή Δεξιά.

Ο Εντουάρ Φιλίπ (Édouard Philippe): ο πρώην πρωθυπουργός και ηγέτης του κεντροδεξιού κόμματος Horizons είναι ένας από τους βασικούς διεκδικητές της μετριοπαθούς ψήφου. Προερχόμενος από τις ρίζες της γαλλικής Κεντροδεξιάς, μοιράζεται το ίδιο όραμα για τη δημοσιονομική πειθαρχία και την ευρωπαϊκή προσήλωση. Μια πολιτική σύμπραξη μεταξύ των δύο θα μπορούσε να ενοποιήσει οριστικά την αστική τάξη και τους συντηρητικούς ψηφοφόρους που απορρίπτουν τον λαϊκισμό.

Ο Μπρουνό λε Μερ (Bruno Le Maire): ο επί σειρά ετών υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας διατηρεί στενότατη προσωπική και επαγγελματική σχέση με τη Λαγκάρντ. Εχοντας διαχειριστεί τις διαδοχικές οικονομικές κρίσεις της Γαλλίας, αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο Παρίσι και το οικονομικό κατεστημένο της Φρανκφούρτης.

Και ο Φρανσουά Μπαϊρού (François Bayrou): ο βετεράνος ηγέτης του κεντρώου κόμματος MoDem και έμπιστος σύμμαχος του Εμανουέλ Μακρόν θεωρεί ότι μόνο μια προσωπικότητα υπερκομματικού βάρους, όπως η Λαγκάρντ, μπορεί να αποτρέψει τη διάσπαση του κέντρου και να κρατήσει ενωμένες τις διαφορετικές τάσεις της συμπολίτευσης απέναντι στην απειλή της Λεπέν και του Μελανσόν.

Η «κληρονομιά» του 2008

Η Λαγκάρντ προέρχεται πολιτικά από τη γαλλική κεντροδεξιά (τότε UMP, νυν Les Républicains), έχοντας διατελέσει υπουργός Οικονομικών επί προεδρίας Νικολά Σαρκοζί (2007-2011). Η προέλευση αυτή περιπλέκει τις σχέσεις της με τη σημερινή γαλλική Δεξιά: για τους μετριοπαθείς συντηρητικούς αποτελεί μια οικεία φυσιογνωμία ικανή να επαναπατρίσει ψηφοφόρους από τον μακρονισμό, ενώ για την πιο σκληρή πτέρυγα θεωρείται μέρος μιας ελίτ που απομακρύνθηκε από τη λαϊκή βάση. Παράλληλα, η θητεία της κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 αποτελεί σημείο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Από τη μία πλευρά, της αναγνωρίζεται η αποτελεσματική διαχείριση και ο συντονισμός των γαλλικών τραπεζών απέναντι στην κατάρρευση. Από την άλλη, οι επικριτές της –κυρίως από την Αριστερά– της χρεώνουν την εφαρμογή σκληρών πολιτικών λιτότητας και τη μετέπειτα εμπλοκή της στα μνημόνια του ΔΝΤ.

Σε κάθε περίπτωση, η Κριστίν Λαγκάρντ πήρε μια γενναία αν και εξαιρετικά αμφίρροπη απόφαση. Αρνούμενη να παραμείνει απαθής παρατηρητής, επιλέγει να αναμετρηθεί με την ιστορία. Έχοντας στο πλευρό της βαριά ονόματα της γαλλικής πολιτικής σκηνής θα επιχειρήσει να ανακόψει το κύμα του πολιτικού ριζοσπαστισμού. Το αν αυτή η συμμαχία θα καταφέρει να πείσει μια βαθιά διχασμένη γαλλική κοινωνία, θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον της χώρας, αλλά και την ίδια την αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.