Η ξαφνική μεταβολή της τουρκικής στάσης απέναντι στο ελληνοκυπριακό καλώδιο παρουσιάζει ιδιαίτερο πολιτικό και διπλωματικό ενδιαφέρον.
Μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, η Άγκυρα πέρασε από την έκδοση αντι-NAVTEX και τις καταγγελίες περί παραβίασης της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στις καθησυχαστικές δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ότι «όλα είναι φυσιολογικά, όλα είναι καλά». Η αλλαγή αυτή σίγουρα δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των τουρκικών διεκδικήσεων. Αποτυπώνει, ωστόσο, μια αποκλιμάκωση που συμπίπτει με την ενεργοποίηση ενός ευρύτερου διπλωματικού σχεδιασμού της Αθήνας.
Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει στην αδειοδότηση των ερευνών για το Great Sea Interconnector, γνωρίζοντας ότι η Τουρκία θα αντιδρούσε. Η ελληνική NAVTEX εκδόθηκε, η Άγκυρα απάντησε με τη δική της και το γαλλικό ερευνητικό πλοίο Abeille Marengo προετοιμάζεται να ξεκινήσει τις εργασίες του. Πρόκειται για μια αλληλουχία ενεργειών που αναδεικνύει τη σημασία της συνέπειας στον διπλωματικό σχεδιασμό.
Η γαλλική συμμετοχή αλλάζει τα δεδομένα
Καθοριστική παράμετρος είναι η εμπλοκή της Γαλλίας. Η είσοδος του επενδυτικού ομίλου Meridiam στο έργο, με ποσοστό 66%, και η συμμετοχή της Nexans στην κατασκευή και εγκατάσταση του καλωδίου έχουν προσδώσει στη διασύνδεση ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση.
Η σχετική συμφωνία υπογράφηκε τον Αύγουστο, παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, επιβεβαιώνοντας τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση στη σύνδεση ενεργειακών υποδομών, επενδύσεων και διεθνών συνεργασιών. Πλέον, μια ενδεχόμενη τουρκική παρεμπόδιση επηρεάζει άμεσα και σημαντικά γαλλικά οικονομικά συμφέροντα.
Οι επαφές Παρισιού και Άγκυρας ενισχύουν την εκτίμηση ότι η γαλλική συμμετοχή συνέβαλε στην αποκλιμάκωση. Δεν υπάρχει, πάντως, επιβεβαιωμένη συμφωνία που να εξηγεί τη μεταβολή της τουρκικής ρητορικής. Η Αθήνα έχει θέσει εξαρχής ένα σαφές όριο: οποιαδήποτε ενημέρωση της Τουρκίας δεν μπορεί να μετατραπεί σε διαδικασία εξασφάλισης άδειας.
Εδώ αναδεικνύεται η σημασία των κυβερνητικών επιλογών. Η στρατηγική συνεργασία Μητσοτάκη και Μακρόν αποκτά πρακτικό περιεχόμενο, με τη γαλλική οικονομική παρουσία να προσθέτει διπλωματικό βάρος σε ένα έργο κρίσιμο για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Σταθερότητα χωρίς παραχωρήσεις
Η απάντηση της Αθήνας στις δηλώσεις Φιντάν ήταν εξίσου χαρακτηριστική. Η Ελλάδα, υπογράμμισαν διπλωματικές πηγές, είναι η μόνη αρμόδια χώρα για την αδειοδότηση στο ελληνικό σκέλος και η εσωτερική διαχείριση του ζητήματος από την Τουρκία δεν την αφορά.
Η τοποθέτηση αυτή συμπυκνώνει μια βασική αρχή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: διάλογος και αποκλιμάκωση, χωρίς αποδοχή των μονομερών τουρκικών αξιώσεων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιδιώκει να προωθήσει το έργο με θεσμική συνέπεια, διπλωματικό συντονισμό και ενεργοποίηση ευρωπαϊκών συμφερόντων, αποφεύγοντας παράλληλα την αχρείαστη στρατιωτικοποίηση της διαφοράς.
Ασφαλώς, η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται μπροστά. Η προγραμματισμένη έναρξη των ερευνών στις 9 Νοεμβρίου, ιδιαίτερα στην περιοχή ανατολικά της Κρήτης και προς την Κάσο, θα δείξει εάν η τουρκική αποκλιμάκωση θα μεταφραστεί σε ανεμπόδιστη δραστηριότητα.
Αν αυτό συμβεί, θα αποτελεί ουσιαστική επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας των κυβερνητικών χειρισμών. Θα αποδεικνύει ότι η υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων μπορεί να συνδυάζεται με ενεργό διπλωματία και ισχυρές διεθνείς συμμαχίες.
Το ζητούμενο, άλλωστε, είναι να προχωρήσει ένα στρατηγικό ενεργειακό έργο, να ενισχυθεί η θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και να τερματιστεί η ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου. Εκεί θα κριθεί τελικά και η επιτυχία της ελληνικής στρατηγικής.